Reply To: Win with your boots on!

#466547
Brother BruceBrother Bruce
  • Οργανωμένος Νεολαίος
  • Posts: 5290
Offline
Replies: 5290
Been thanked: 35 times

λειπει ολος ο κοσμος σημερα στη δουλεια, δε χτυπαει κι ο τηλεφωνος, οπότε ειπα να γραψω κατι. απλα επειδη η σεντοναρα που ακολουθει δεν ειναι ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ μια παραγραφος, νιωσε ελευθερος τζόμπη, εφοσον υπαρχει “διαγωνιστικο μερος” και βραβειο, να με αποκλεισεις, αφου δεν τηρησα βασικη προυποθεση του γκιβαγουέι.
αλλά ξερεις τωρα, τις σπανιες φορες που σε επισκεπτεται, η ετσι νομιζεις, η Έμπνευση δεν γινεται να την διωξεις.
ειναι σαν να χτυπαει το κουδουνι, ν ανοιγεις και να βλεπεις την Μονικα να σου λεει:
– θελω να περασουμε τη νυχτα μαζι.
και συ ν απαντας:
– εχμ, κοιτα, εχω να δω βόις, να βαλω πλυντηριο και να κανω νυχι. για τη νυχτα δεν το νομί, αλλα μπορω να σου διαθεσω μιση ωρα…

γινεται? δε γινεται…

παμε λοιπον. ανοιξτε με δικη σας ευθυνη….

Το φως του ηλιου τον τυφλωσε. μια συναυλια κανονικη αινστουρζεντε νοιμπαουτεν ειχε ξεκινησει μεσα στο ταλαιπωρο, αραιοκατοικημενο μέσα – έξω κρανιο του. Πριονια, κομπρεσερ, σφυρια κι αλλα εργαλεια χτυπαγανε κι αντιλαλουσαν στα μηνιγγια του ανελεητα, ασταματητα, στα Ορια του Πονου. Nόουτ του σελφ, σκεφτηκε, μιλωντας, όπως παντα, ενγκρήκ με τον εαυτο του: “δεν ξαναβγαινουμε ΠΟΤΕ καταμεσημερο μετα απο παλιόξυδα σε σαλουν. Η νυχτα ειναι φιλος μας”.
Ειδε μπροστα του μια ποτίστρα. Η λεξη αξιοπρεπεια ειχε προ πολλου αφησει τον ματαιο κοσμο της καθημερινοτητας του κι ετσι χωρις καν να σκεφτει, γονατισε και βουλιαξε το κεφαλι του με μια κινηση στο νερο.
– φακ, σκεφτηκε, κοιταζοντας με το χαμογελο του μεθυσμενου τις μπουρμπουληθρες.. Το ξερα οτι κατι εχω ξεχασει. Δεν εβγαλα το γαμωκαπελο…
η επαφη του κρυου νερου ξυπνησε τα ελαχιστα ακαυτα κυταρρα του εγκεφαλου του.. πεταξε το κεφαλι του αποτομα εξω και με μια χορευτικη σχεδον κινηση εβγαλε το καπελο που ειχε γεμισει νερα και ποτισε απο κει το αλογο του..
– ακομα κι αν εισαι λουζερ, τουλαχιστο  καν το με στυλ, σκεφτηκε ικανοποιημενος απ την κινηση του. Ηταν κατι που θα μπορουσε να εχει κανει κι ο τομ γουειτς η ο μπουκοφσκι. Οκ, δεν ηταν τοσο διασημος, αλλα ηταν εξισου λιωμα..

– Borracho, ταισε το αλογο μου, ποτισε το και μετα ελα στο σαλουν για την πληρωμη σου…
ο στεφανος γυρισε αργα αργα, οχι πως θα μπορουσε να γυρισει γρηγορα με το κεφαλι του να κουδουνιζει σαν τα 17 καμπαναριά του ντουόμο.. σ ενα κλασμα του δευτερολεπτου περασε απ το μυαλο του η σκεψη οτι ηταν αοπλος. Το μαυρο, μακρυκαννο κολτ του με τις χαραγμενες φεντερ τελεκαστερ στην κανη του, το καμαρι του κουτσουκέικου, βρισκοταν στα λιγδιασμενα χερια του μπαρμαν, ενεχυρο για το τελευταιο μπουκαλι τεκιλας.. αλλά οχι, κανεις δεν μιλαγε ετσι στον στεφανο, το καμαρι της Σιέρα Ρίβια, τον θρυλο του Κάντγουεν σιτυ…
– πρωτα πρωτα πως ξερεις το φορουμικο μου ονομα και δευτερον τι σε κανει να πιστευεις οτ

η κουβεντα του κοπηκε αποτομα. Ο Ξενος τον κοιταζε μ ενα παγωμενο σαν ατσαλι υφος, αλλα στις ακρες των χειλιων του θα λεγε κανεις οτι τρεμοπαιζε ενα χαμογελο. Το μισο του προσωπο ηταν κρυμμενο κατω απ το πλατυγυρο καπελο του αλλά τα ματια του πεταγαν φωτιες..  ο Ξενος ξαναμιλησε.
– μη φοβασαι, το βλεπω οτι εισαι αοπλος, οχι οτι θα κανε καμμια διαφορα αν δεν ησουν, αλλά λεμε τωρα… επισης, μην κολακευεσαι. Μπορατσο ειναι ο μεθυστακας στα μεχικάνικα. δεν ξερω τι ν αυτο το φορου που λες, αλλά αν συχναζεις εσυ εκει, δεν μπορει να ναι καλο μερος…
Χριστε μου, ειναι Αυτος, σκεφτηκε ο στεφανος.. ολα ταιριαζουν.. τα μαυρα ρουχα, το πόντσο, το θεληματικο πηγουνι, τα ματια – πυρκαγια, η υπνωτικη, ειρωνικη φωνη… ενταξει, ηταν λιωμα και ξενυχτισμενος, αλλά διαολε, θα γνωριζε τον Κλιντ ακομα κι αν ειχε πιει ολο τον ποταμο Γιαρούγκα. Ξεμεθυσε σε μια στιγμη. Ο Ανδρας που τον ειχε επηρεασει οσο κανενας, το Προτυπο, η Αληθεια ηταν εδω μπροστα του. Θα εκανε οτι χρειαζοταν για να τον γνωρισει, να του πάρει 2 κουβεντες, να ρουφηξει Σοφία και Γνωση…
– ναι, αμεσως, οτι πεις, απαντησε τρεμοντας απο χαρα, ενω ο Αντρας του ειχε γυρισει την πλατη και ειχε ηδη ξεκινησει για το σαλουν.
Ο στεφανος δεν αναγνωριζε τον εαυτο του. Ταισε με το καλυτερο κριθαρι το μαυρο, ομορφο ατι του Ξενου, το ποτισε και το βουρτσισε κιολας μεσα σε 5 λεπτα κι ετρεξε ιδρωμενος απ την προσπαθεια και την αγωνια στο δροσερο μισοφωτο του μπαρ.

Ο Ξενος επινε μονος. Ο στεφανος γλυστρησε αθορυβα στο διπλανο σκαμπο.  Περασε ενα πενταλεπτο να σκεφτεται 1000 υποψηφιους τροπους να σπασει τον παγο, και βεβαια τελικα διαλεξε τον χειροτερο:
– εεε, μονος πινεις?
– δεν ειναι οτι  μισω τους αλλους.. απλα νιωθω καλυτερα οταν λειπουν, μισοχαμογέλασε ο Ξενος..

ο μπορατσος δε θα ξεχναγε ποτε οσο ζουσε τις επομενες ωρες.. ανοιξε απλοχερα αυτια, ματια, μυαλο, καρδια και δεχτηκε σαν βροχη στην διψασμενη ερημο την Αληθεια της ζωης.. ο Ξενος ηταν σα να τον ηξερε χρονια. Του μιλαγε και του μιλαγε.. για γυναικες, δουλειες, μουσικη, βιβλία, Ζωη… ειχε τις απαντησεις σε ερωτησεις που δεν ειπωθηκαν ποτέ, ειχε το Κλειδι για καθε Πορτα, ειχε το σπιρτο για την φλογα που δεν Έσβηνε Ποτέ…

– πρεπει να φυγω, ειπε ο Ξενος, λιγο πριν σουρουπωσει..
– κιολας?
– μην στενχωριεσαι μπορατσο, ισως ξαναβρεθουμε, ποτέ δεν ξερεις.. πως το ειπες το χωριο σου?
– Κουίτ Ρέιτζ, πισω απ το φαραγγι της Κούνενα..
– ισως με δεις εκει συντομα, εκει που δεν το περιμενεις… α, εχω κατι για σενα…
ο μπορατσος νομιζε οτι τα χει δει ολα στη ρημαδα τη ζωη. Κι οτι ηξερε τον εαυτο του καλα, τουλαχιστον. Γι αυτο ακριβως του εκανε εντυπωση οταν ενιωσε τα δακρυα να κυλανε στα μαγουλα του αβίαστα, χωρις ελεγχο, χωρις σταματημό, χωρις ντροπη…
– ειναι το εξασφαιρο μου… η Ροζαλιτα μου… μα.. πως?? πότε? Τι?
– ενας Αντρας δεν είναι τιποτα χωρις το οπλο του, γκρινγκο, θα πρεπε να το ξερεις αυτό, ειπε ο Ξενος κλεινοντας του το ματι.. ηταν κριμα να το εχει ο μπαρμαν. μονο μην το ξαναπιείς.. καμια τεκιλα δεν αξιζει αυτη την θυσια…
ο στεφανος δεν μιλησε. Δεν ειχε τι να πει, πραγμα σπανιο. Απλα ακολουθησε τον αντρα εξω και τον κοιταζε να ανεβαινει στο αλογο..
Λιγο πριν ξεκινησει ο Ξενος, γυρισε και τον κάρφωσε στα ματια, χαμογελωντας..
– ουτε οταν σε ειχε χωρισει η βασουλα του Γ2 δεν εκλαψες ετσι…
– διαολε, ξερεις τα παντα για μενα. Λες και γνωριζομαστε χρονια.. ακομα και για τη βασουλα…
τα ματια του στεφανου ηταν γεματα δακρυα ευγνωμοσυνης, οταν σηκωσε το χερι ψηλα και χαιρετησε τον αντρα που ειχε αρχισει να ξεμακραινει…
– Σ Ευχαριστω για Όλα, Κλιντ…
το αλογο του Ξενου σταματησε.. γυρισε στη σελα του και του μιλησε.
– Να σαι καλα, μπορατσο. Μπαι δε γουει, δε με λενε Κλιντ. το ονομα ειναι Μπραδερ. Μπραδερ Μπρους.

το βροντερο γελιο του αντηχουσε για ωρα οσο απομακρυνόταν μεσα στο πορτοκαλοκοκινο σουρουπο.. τ αστερια ειχαν αρχισει ν αναβουν τον ουρανο και τα τριζονια ειχαν πιασει δουλεια…
– αυτο σηκωνει ποτακι, ειπε ο μπορατσος και ξανατραβηξε προς το σαλουν χαμογελωντας.

Back to top button
Follow on Feedly

Close
Close