REVIEWS

NEON INFERNO

Burn, baby burn, arcade inferno!

Αυτό που μου τράβηξε την προσοχή στο Neon Inferno ήταν το λεπτομερές spritework. Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για πιξελωτά γραφικά φτιαγμένα στο χέρι, ειδικά αν μου φέρνουν αναμνήσεις από την εποχή που μεσουρανούσαν οι κερματορουφήχτρες και τα 16bit – 32bit στις home consoles. Σε συνδυασμό με τη γρήγορη δράση του και ένα εκρηκτικό soundtrack, δε μπορούσε να με αφήσει το συγκεκριμένο ασυγκίνητο.

Φυσικά αν περιμένετε δραματουργίες και ιστορίες που θα τις θυμάστε για καιρό, μάλλον μπήκατε σε λάθος δωμάτιο. Το Neon Inferno κάνει τα απολύτως απαραίτητα όσον αφορά το story. Ήτοι, ένα έναυσμα για να εξωτερικεύσετε τα βίαια ένστικτα σας. Ένα ντουέτο πληρωμένων δολοφόνων, ο Angelo και η Mariana, που ανήκει στην Ιταλική Μαφία μιας δυστοπικής Νέας Υόρκης, αναλαμβάνει αποστολές για τη φαμίλια. Συνήθως αφορούν σε εξόντωση ή προστασία συγκεκριμένων στόχων. Αναμενόμενα στο δρόμο τους θα περάσουν από αστυνομικούς, γιακουζίτες, επανδρωμένα άρματα μάχης (!) κ.α. ώστε να φέρουν σε πέρας τις αποστολές τους.

Mean streets…

Όπως αντιλαμβάνεστε το κυρίως πιάτο στο Neon Inferno είναι το gameplay. Αυτό αντλεί τις επιρροές του τόσο από τη περίφημη run ‘n’ gun σειρά Contra, όσο και από παιχνίδια τύπου shooting gallery, όπως το Wild Guns και το Cabal. Εδώ η κίνηση γίνεται σε 2 διαστάσεις αυστηρά αλλά οι αντίπαλοι μας εμφανίζονται τόσο στο προσκήνιο, όσο και στο παρασκήνιο. Έτσι, η δράση εκτυλίσσεται και στα 2 layers, αφού αρκετές φορές εμφανίζονται ταυτόχρονα σε αυτά οι εχθρικοί στόχοι. Στο foreground η στόχευση είναι κλασικά 8 κατευθύνσεων, όπως σε ένα shooter της παλιάς σχολής. Για το background υπάρχει ξεχωριστό crosshair που λειτουργεί ακριβώς όπως αν είχαμε συνδέσει ένα lightgun. Ο χαρακτήρας μας μένει ακίνητος στη 2η περίπτωση, ενώ στην πρώτη μπορούμε τόσο να κινούμαστε ενώ πυροβολούμε ή να μείνουμε στάσιμοι.

Στα στιγμιότυπα που ελέγχουμε κάποιο όχημα, μπορούμε και εμείς να μεταβούμε απρόσκοπτα μεταξύ παρασκηνίου και προσκηνίου.

Στο τέλος κάθε αποστολής, αναλόγως της απόδοσης μας (πχ. ταχύτητα ολοκλήρωσης, αν υπήρξαν παράπλευρες απώλειες κλπ.) παίρνουμε μια αμοιβή. Τα χρήματα που έχουμε στην άκρη μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μαγαζί που είναι προσβάσιμο μεταξύ των πιστών. Εκεί έχουμε την ευκαιρία να αγοράσουμε διάφορα power-ups, όπως homing σφαίρες, ταχυβολία κ.α. με συγκεκριμένο αριθμό χρήσεων. Δυστυχώς δεν ξεκλειδώνονται μόνιμα, και αν τα χρησιμοποιήσουμε θα πρέπει να τα ξαναγοράσουμε.

Πολύτιμες κινήσεις στο ρεπορτόριο μας είναι το dodge και η melee απόκρουση των εισερχόμενων βολών. Το dodge δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Είναι μια βουτιά προς τα εμπρός που επιτρέπει να αποφύγουμε τα πυρά. Εδώ έχει μπει μια ωραία πινελιά. Αυτά είναι κωδικοποιημένα με βάση το χρώμα: τα πράσινα μπορούμε να τα αποκρούσουμε με το σπαθί, ενώ όλα τα υπόλοιπα μόνο να τα αποφύγουμε. Όχι μόνο αυτό, αλλά αν κρατήσουμε πατημένο το πλήκτρο για το melee χτύπημα, τότε ο χρόνος επιβραδύνεται και μπορούμε να αποκρούσουμε τα εχθρικά πυρρά και τα στείλουμε πίσω για έξτρα ζημιά, ακόμα και σε στόχους στο background. Αυτό δίνει μια ποικιλία στο gameplay και μας κρατάει σε εγρήγορση συνεχώς. Το πακέτο του gameplay συμπληρώνουν κάποια απλές platforming σεκάνς και τα εντυπωσιακά bosses, τα οποία ανεβάζουν την πρόκληση αλλά είναι δίκαια, με αναγνωρίσιμα patterns επιθέσεων.

Αντιμετωπίζοντας ένα από τα bosses του παιχνιδιού.

Αυτό που δίχως αμφιβολία, κλέβει από την πρώτη ματιά την παράσταση, είναι το παρουσιαστικό του Neon Inferno. Μιλάμε για απαράμιλλη λεπτομέρεια σε sprites και περιβάλλοντα, βγαλμένα από arcade καμπίνες που είδαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Την εικόνα ενισχύει η μεγάλη γκάμα έντονων χρωμάτων. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως κάποιες animations και τεχνικές να ήταν δύσκολο να αποδοθούν στο hardware της τότε εποχής. Όπως και να ‘χει όμως, η αίσθηση ενός χαμένου arcade διαμαντιού είναι ισχυρή. Φυσικά, υπάρχουν και οι κατάλληλες επιλογές φίλτρων στα γραφικά, προεξεχόντων των scanlines, και με τα διαφορετικά επίπεδα έντασης μπορούμε να φέρουμε το επιθυμητό νοσταλγικό αποτέλεσμα. Το πακέτο συμπληρώνει εξαίσια η μουσική υπόκρουση που συνοδεύευ τη δράση. Από σκοτεινά jazz περάσματα, μέχρι darkwave πλήκτρα και metal riffs, έχουμε ένα πολυποίκιλο soundtrack που κάνει κάθε προσπάθεια μας και λίγο πιο εύκολη.

Πανικός στο night club!

Κάπου εδώ είναι το σύνηθες να εξετάζουμε τις αδυναμίες του εκάστοτε τίτλου. Τα power-ups λάμπουν δια της απουσίας τους (είναι δυνατή μόνο η αγορά ορισμένων από το κατάστημα που ανέφερα παραπάνω). Οι 2 playable χαρακτήρες δεν έχουν καμία απολύτως διαφορά, παρά μόνο στην εμφάνιση. Αρνητική εντύπωση μου προκάλεσε η απουσία οποιουδήποτε healing αντικειμένου. Και αν στο story mode δε θα το έκρινα απαραίτητο, κάνει το arcade mode αρκετά εκφοβιστικό για την πλειοψηφία των παικτών (αναπλήρωση της υγείας γίνεται μόνο μεταξύ των αποστολών). Τέλος, το Neon Inferno έχει το ίδιο θέμα, που είχα συναντήσει και στο προηγούμενο πόνημα των δημιουργών, το Steel Assault: είναι σχετικά σύντομο. Μπορεί να μην είναι τόσο μικρό όσο εκείνο, αλλά ο μέσος παίκτης σε 1,5 με 2 ώρες, θα δει ό,τι είχε να του προσφέρει το παιχνίδι, αν δεν είναι της completionist νοοτροπίας.

Το Neon Inferno, παρά κάποια ενδιαφέροντα gimmicks, δεν κάνει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί και πιθανόν να μη βρίσκεται στις περισσότερες λίστες με τα παιχνίδια που ξεχώρισαν φέτος. Όμως, για να αποδώσουμε τα του Καίσσαρος τω Καίσσαρι, το σκοπό του τον επιτελεί καλά. Και αυτός είναι να προσφέρει λίγες ώρες με ξέφρενο πιστολίδι και μακέλεμα αντιπάλων, σερβιρισμένο μέσα από ποικίλα περιβάλλοντα εκτυφλωτικής (συνήθως) cyberpunk αισθητικής. Οι φίλοι του είδους, με παρέα ή χωρίς, σπεύσατε.

Go to discussion...

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 80%

80%

Ένα old-school Run 'n' Gun με μερικές μοντέρνες πινελιές, το Neon Inferno είναι μια μικρή δόση αδρεναλίνης και νοσταλγίας, από αυτές που χρειαζόμαστε για να μεταφερθούμε σε περιόδους που όλα ήταν πιο απλά και με λιγότερες σκοτούρες.

Παναγιώτης Μητράκης

Τέκνο των 80's, ξεκίνησε τη gaming πορεία του με coin-ops και το κλασικό Game Boy. Ξαπόστασε στο αγαπημένο του SNES και ήρθε σε επαφή με το PC gaming το 1998, με παιχνίδια-σταθμούς όπως Half-Life και Baldur's Gate. Δε λέει όχι σε (σχεδόν) κανένα είδος αλλά έχει μια προτίμηση σε RPG και survival horror και προσπαθεί να μυήσει κι άλλους στα Silent Hill, τα S.T.A.L.K.E.R. και τις δημιουργίες της Looking Glass και της Obsidian.

Related Articles

Check Also
Close
Back to top button