Παλιές κάρτες ήχου: Ταξίδι στο παρελθόν και οδηγός εξομοίωσης.

Welcome!

By registering with us, you'll be able to discuss, share and private message with other members of our community.

SignUp Now!
<b>Roland Sound Canvas/Yamaha Extended General MIDI - 1991/1994<br><br></b>Όπως αναφέραμε προηγουμένως, η Roland, με το synthesizer ΜΤ-32 και τις διάφορες παραλλαγές, παρείχε την πιο ποιοτική πρόταση για αναπαραγωγή ήχου, καθώς παρ&#039; ότι μέχρι το 1991 είχαν ήδη εμφανιστεί κάρτες ήχου με δυνατότητα αναπαραγωγής ήχου με κωδικοποίηση PCM, ο μεγάλος, για τα δεδομένα των δίσκων της εποχής, χώρος που χρειάζονταν για την αποθήκευση των αρχείων, εξακολουθούσε να θέτει περιορισμούς στην χρήση του. Η εμφάνιση των CD-ROM δεν έλυσε πλήρως το πρόβλημα, καθώς ήταν πολύ πιο ακριβά, και πολύ πιο αργά σε σχέση με τα σημερινά drives. Αναμενόμενο λοιπόν, η μουσική τουλάχιστον, να αποθηκεύεται σε MIDI αρχεία, που καθώς ουσιαστικά ήταν οδηγίες αναπαραγωγής της μουσικής από το synthesizer, και όχι ηχογραφημένος ήχος, με αποτέλεσμα ολόκληρα Soundtracks να χωράνε σε μερικά MB. Οπότε παρέμεναν μόνο η ομιλία και τα εφέ σε PCM, που με την χρήση χαμηλής ποιότητας εγγραφής, είχαν αρκετά μικρό μέγεθος. Η χαμηλή ποιότητα δεν πείραζε τους PC gamers, γιατί είχαν και κακής ποιότητας ηχεία, που την έκαναν λιγότερο αισθητή, ειδικά αν υπολογίσει κανείς και τον ενθουσιασμό των χρηστών, που μέχρι πριν λίγα χρόνια άκουγαν μόνο μπιπ.<br><br>Αυτή η προσέγγιση είχε 2 μειονεκτήματα όμως. Πρώτα απ&#039; όλα, παρότι το MIDI υπήρχε ήδη εδώ και 8 χρόνια σαν πρότυπο (παρουσιάστηκε το 1983), η συμβατότητα μεταξύ των κατασκευαστών, και πολλές φορές μεταξύ και των μοντέλων του ίδιου του κατασκευαστή, δεν ήταν εγγυημένη. Αυτό που η Roland πχ όριζε σαν πιάνο στις δικές της συσκευές, παιζότανε σαν κιθάρα από την Yamaha, κοκ. Και αυτό οδηγούσε στο 2ο μειονέκτημα. Η ποιότητα του ήχου που γινότανε αντιληπτή από τον χρήστη, επηρεαζότανε πάρα πολύ από το synthesizer του. Ενώ σήμερα,στα παιχνίδια έχουμε ηχογραφημένο ήχο, με το MIDI η σύνθεση γινότανε από το synthesizer του χρήστη, επιτόπου. Αν είχε μοντέλο με χειρότερη ποιότητα από τον συνθέτη του κομματιού, θα άκουγε μια χειρότερη έκδοση. Έπρεπε όποτε, να δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό, για αγορά ενός καλού synthesizer, για να ακούσει την μουσική, όπως ήθελε να ακουστεί ο συνθέτης, και να επιτύχει υψηλή πιστότητα (High Fidelity - HiFi).<br><br>Το πρότυπο General MIDI εμφανίστηκε το 1991, με στόχο να λύσει το πρόβλημα της συμβατότητας. Πλέον όλες οι συσκευές που ήταν συμβατές με αυτό, επικοινωνούσαν απροβλημάτιστα μεταξύ τους. Αν κάτι παιζότανε ως πιάνο από μια συσκευή της Roland, ως πιάνο θα παιζότανε και από μια συσκευή της Yamaha, κοκ.<br><br>Τo πρότυπo Sοund Canvas (GS) της Roland, εμφανίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το General MIDI, και αποτελεί υπερσύνολο του ( περιλαμβάνει περισσότερα όργανα, αλλά είναι προς τα πίσω συμβατό με το General MIDI). Το πρώτο Synthesizer συμβατό με αυτό, ήταν το SC55. Χρησιμοποιούσε ένα συνδυασμό LA synthesis και PCM samples, για να συνθέσει ήχο. Αυτό το έκανε μερικώς συμβατό με το MT-32, και όπως και αυτό, έγινε de facto standard για την δημιουργία μουσικής για PC games. Το 1992 εμφανίστηκε η SCC-1, μια 8-bit ISA κάρτα επέκτασης, που ήταν ένα SC55 συνδυασμένο με ένα MPU-401 (και είχε κάποιες ασυμβατότητες με το General MIDI).<br><br>Η Yamaha παρουσίασε και εκείνη την δικιά της επέκταση για το General MIDI, το Extended General MIDI (XG), το 1994. Παρ&#039; ότι και αυτό παρέμεινε συμβατό με το General MIDI, δεν ήταν συμβατό με το GS της Roland, αν και με την χρήση κατάλληλων patches, μπορούσε να το εξομοιώσει. Το πρώτο XG συμβατό προϊόν, ήταν μια daughterboard συμβατή με το Creative Waveblaster πρότυπο, η DB50XG. Αργότερα παρουσιάστηκε το εξωτερικό synthesizer module MU10, και η 16-Bit ISA κάρτα SW60XG. Παρ&#039; ότι παρουσιάστηκε αργά ( μετά τα μέσα της δεκαετίας του &#039;90, τα παιχνίδια στράφηκαν σε ηχογραφημένο ήχο ), και παρά την προτίμηση των συνθετών για την Roland, η χαμηλή τιμή του XG chipset, η εύκολη φόρτωση sample και η συμβατότητα με το General MIDI, έκαναν το XG δημοφιλές σε πολλούς χρήστες, που ζητούσαν κάτι πιο οικονομικό από τα GS modules της Roland.<br><br>Roland SC55:<br><br><img src="https://www.zikinf.com/_gfx/matos/dyn/large/roland-sc-55-sound-canevas.jpg" alt="roland-sc-55-sound-canevas.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>Roland SCC-1:<br><br><img src="http://www.vgmpf.com/Wiki/images/4/46/SCC-1.jpg" alt="SCC-1.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>Yamaha DB50XG:<br><br><img src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/9/96/Yamaha_DB50XG_daughterboard_1995.jpg" alt="Yamaha_DB50XG_daughterboard_1995.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>Yamaha SW60XG:<br><br><img src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/1/17/SW60xg_soundcard.jpg" alt="SW60xg_soundcard.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>Yamaha MU10:<br><br>
%2524%2528KGrHqN%252C%2521hEE3%2529MpDoojBN-gGChb5Q%257E%257E_12.JPG
 
<b>Creative SoundBlaster 16/WaveBlaster/WaveBlaster II/ SoundBlaster ViBRA 16/ SoundBlaster 16 WavEffects (1992/1993/1994/1994/1997)</b>
<div class="bbcode_left" style="text-align:left">
<br><br>Τον Ιούνιο του 1992, ήρθε η σειρά της Creative να παρουσιάσει 16bit κάρτα ήχου, ακολουθώντας την Media Vision. Η SoundBlaster 16 ( SB16 στο εξής ) παρείχε, μέσω του DSP της, όχι μόνο δυνατότητα αναπαραγωγής ήχου ποιότητας CD, αλλά μπορούσε και να εγγράψει ήχο αντίστοιχης ποιότητας ( σε αντίθεση με την PAS 16 ). Φυσικά, το DSP παρέμενε συμβατό με τα DSP των προηγούμενων SoundBlaster. <br><br>Την συμβατότητα με τα OPL των παλαιότερων SοundBlaster και AdLib παρείχε ένα Yamaha YMF262 OPL-3 FM synthesizer. Σε μεταγενέστερες εκδόσεις της SB 16, ήταν ενσωματωμένο στο ολοκληρωμένο κύκλωμα CT-1747 ή χρησιμοποιούνταν το πλήρως συμβατό Yamaha YMF289. Στις εκδόσεις της κάρτας που κυκλοφόρησαν προς τα τέλη του 1995, η Creative υιοθέτησε μια μέθοδο εξομοιώσης του OPL3 ονόματι CQM, η οποία, σε συνδυασμό με ατέλειες στον σχεδιασμό της κάρτας, είχε ως αποτέλεσμα πολύ χειρότερη ποιότητα όσον αφορά τον FM ήχο.<br><br>Σε κάποια μοντέλα, περιλαμβάνονταν και ένα πρόσθετο DSP (ή υποδοχή για τοποθέτηση του) με την ονομασία Advanced Signal Processor (ASP), μετέπειτα γνωστό και ως Creative Signal Processor (CSP). Το ASP/CSP παρείχε επιτάχυνση υλικού για σύνθεση φωνής ( με χρήση του λογισμικού TextAssist), υποστήριξη για την τεχνολογία τρισδιάστατου ήχου Qsound, καθώς και υποστήριξη για συμπίεση και αποσυμπίεση ήχου PCM. Για να γίνει χρήση αυτών των δυνατοτήτων, απαιτούνταν η υποστήριξη του ASP από το λογισμικό. Λόγω του ότι δεν υπήρχε κίνητρο για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων αυτών, το λογισμικό που τις αξιοποιούσε ήταν ελάχιστο. Ενδεικτικά, μόνο ένα παιχνίδι, ο εξομοιωτής TFX, είναι γνωστό πως το αξιοποιεί.<br><br>Όπως και στις προηγούμενες SB, παρεχόταν μερική συμβατότητα ( UART Dumb Mode) με την MIDI διεπαφή Roland MPU-401, για σύνδεση MIDI συσκευών. Επίσης, περιλαμβάνονταν ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα ενίσχυσης, το σε ευρεία χρήση τότε ΤΕΑ2025, το οποίο, στην διαμόρφωση που επέλεξε η Creative, έδινε ισχύ 0,7 Watt ανά κανάλι, όταν χρησιμοποιούνταν σε συνδυασμό με ένα τυπικό ζεύγος παθητικών (χωρίς εξωτερική τροφοδοσία ρεύματος) ηχείων. Σε μεταγενέστερες εκδόσεις, χρησιμοποιήθηκε το παρεμφερές TDA1517. Δυστυχώς, "αλχημείες" της Creative όσον αφορά την συνδεσμολογία και την χωρητικότητα κάποιων πυκνωτών, προκάλεσαν προβλήματα ποιότητας ήχου.<br><br>Το πιο σημαντικό τεχνικό χαρακτηριστικό της SB 16, ήταν μια υποδοχή στην πλακέτα, για την οποία η Creative έφτιαξε μια βοηθητική κάρτα (dauhterboard), ονόματι Waveblaster. Η Waveblaster υποστήριζε wavetable sample-based MIDI synthesis, και καθιστούσε την SB 16 ικανή να αναπαράγει GM ήχο, καθιστώντας την ένα πλήρες General MIDI Synthesizer. Κυκλοφόρησαν 2 εκδοχές της Waveblaster, η αρχική έκδοση το 1993, και η Waveblaster II το 1994. Το πρότυπο υιοθετήθηκε ευρέως και από άλλους κατασκευαστές, όπως η Roland και η Yamaha, που παρουσίασαν δικές τους daughterboards και κάρτες με Waveblaster υποδοχή. Επίσης, Waveblaster υποδοχές ενσωμάτωσαν και άλλες συσκευές, όπως MIDI synth modules και MIDI πληκτρολόγια. Η Serdaco, μια εταιρία με έδρα το Βέλγιο, κατασκευάζει ακόμα και σήμερα Waveblaster Daughterboards. Δυστυχώς, και όσον αφορά τον MIDI ήχο, σε κάποιες εκδόσεις της κάρτας υπήρχαν προβλήματα αναπαραγωγής σε κάποιες νότες, το λέγόμενο "Hanging Note Bug".<br><br>Συνεχίζοντας την παράδοση της SoundBlaster Pro, παρέχονταν υποδοχές για σύνδεση CD-ROM Creative/Panasonic, Sony, Mitsumi (σε ξεχωριστές εκδόσεις ή στην ίδια κάρτα, ανάλογα την έκδοση) και SCSI (σε ξεχωριστή έκδοση), και εσωτερική είσοδος ήχου από το CD-ROM. Επίσης, παρεχόταν μια MIDI/Gameport και  3 υποδοχές 3,5" για έξοδο ήχου, μικρόφωνο, εγγραφή ( σε κάποια μοντέλα , υπήρχε επιπλέον έξοδος, τροφοδοτούμενη από το ολοκληρωμένο του ενισχυτή.)<br><br>Το 1994, παρουσιάστηκε η Sound Blaster Vibra 16, μια έκδοσή της SB16 με μειωμένες δυνατότητες και υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης. Απευθυνόταν στα χαμηλά και μέσα στρώματα της αγοράς. Δεν διέθετε έλεγχο έντασης μπάσων και πρίμων, υποδοχή βοηθητικής πλακέτας Wave Blaster και υποδοχή ASP/CSP. Κυκλοφόρησαν αρκετές παραλλαγές, που χρησιμοποιούν είτε OPL ολοκληρωμένα είτε CQM,και κάποια παρείχαν και υποστήριξη για το πρότυπο Plug &#039;n&#039; Play. Σε κάποιες εκδόσεις απαλείφθηκαν και οι διεπαφές για CD-ROM.<br><br>To 1997 παρουσιάστηκε η Soundblaster 16 WavEffects, μια ακόμη εκδοχή χαμηλού κόστους της SB16, η οποία περιλάμβανε το λογισμικό Creative WaveSynth, για σύνθεση με την μέθοδο Physical Modelling Synthesis (PMS). Χρησιμοποιούσε το CQM chipset.<br><br>

<br>SoundBlaster 16:<br><br><img src="http://www.wavetable.nl/files/devices/Creative%20Sound%20Blaster%2016%20ASP%20CT1740%20(Card,%201992)/Creative%20Sound%20Blaster%2016%20ASP%20CT1740_resize.jpg" alt="Creative%20Sound%20Blaster%2016%20ASP%20CT1740_resize.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>WaveBlaster:<br><br><img src="http://members.home.nl/c.kersten/WaveBlaster%20MIDI%20daughterboards/Creative%20WaveBlaster%20(CT1900).png" alt="Creative%20WaveBlaster%20(CT1900).png" class="bbcode_img" /><br><br>WaveBlaster II:<br><br><img src="http://i64.tinypic.com/axo7es.jpg" alt="axo7es.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>SoundBlaster ViBRA 16:<br><br><img src="http://www.esaitech.com/images/detailed/1/DDD/CT2260.jpg" alt="CT2260.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>SounBlaster 16 WavEffects:<br><br><img src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/7/77/Sb16waveffects.jpg" alt="Sb16waveffects.jpg" class="bbcode_img" />
 
<b>Advanced Gravis UltraSound/UltraSound MAX/UltraSound ACE/UltraSound PnP (1992/1994/1995/1995)</b><br><br>Στις αρχές του Οκτώβρη του 1992, μια καναδική εταιρία, η Advanced Gravis Computer Technology, Ltd (στο εξής χάριν συντομίας Gravis) γνωστή από το Gravis PC Gamepad, παρουσίασε την πρώτη της προσπάθεια στον τομέα των καρτών ήχου: την Gravis UltraSound (στο εξής GUS). Το... επιβλητικό όνομα της κάρτας δεν στερείτο ουσίας. Η κάρτα μπορούσε να αναπαράγει ήχο ποιότητας CD, και το κυριότερο, υποστήριζε "wavetable" PCM synthesis (κατάπως αποκαλούνταν, αν και ο όρος PCM sample-based synthesis είναι ορθότερος), χάρη στο ολοκληρωμένο κύκλωμα με την ονομασία GF1. H ίδια τεχνική χρησιμοποιoύνταν από την PAULA, το chip ήχου της Amiga (και την Creative Waveblaster).<br><br>Η Gravis ανέπτυξε  το GF1 σε συνεργασία με την Forte Technologies (γνωστή για την κάσκα εικονικής πραγματικότητας VFX1). Προερχόταν από το chip ΟΤΤΟ της Ensoniq, που με την σειρά του προερχόταν από τα chip του ομόσταυλου synthesizer Ensoniq VFX. Το GF1 παρείχε την ικανότητα αναπαραγωγής 32 μονοφωνικών ή 16 στερεοφωνικών PCM samples, με ρυθμό δειγματοληψίας έως 44,1 kHz. Η πολυφωνία (ταυτόχρονη αναπαραγωγή διαφορετικών samples) μειώνεται όσο αυξάνεται ο ρυθμός δειγματοληψίας, με 14 sample στα 44,1 kHz και 32 sample στα 19,2 kHz. Επίσης παρείχε ικανότητα εγγραφής ήχου, αλλά μόνο με 8-bit δειγματοληψία (κάποιες πηγές αναφέρουν ότι χωρίς επιπρόσθετη πλακέτα, ούτε αυτό γίνεται). Επιπροσθέτως, υπήρχε η δυνατότητα να αναλάβει και την μίξη του ήχου, χωρίς να επιβαρύνει τον επεξεργαστή. Η κάρτα παρείχε μια έξοδο ακουστικών, μια έξοδο ηχείων, μια gameport/MIDI θύρα (ρυθμιζόμενης ταχύτητας), μια είσοδο μικροφώνου και μια είσοδο αναλογικού ήχου. Στην πλακέτα υπήρχαν 256ΚΒ RAM προ-εγκατεστημένα, και υπήρχαν DIP sockets για επέκταση στο 1 MB. Παρούσες ήταν και υποδοχές για προσθήκη βοηθητικών καρτών που παρείχαν διεπαφές για CD-ROMs ή μιας κάρτας με το Crystal Semiconductor CS4231 codec. Το codec παρείχε ικανότητα αναπαραγωγής και εγγραφής PCM ήχου 16bit/48kHz, και παρείχε υπoστήριξη για το πρότυπο Windows Sound Source.<br><br>H GUS προσέφερε ικανότητα αναπαραγωγής MIDI ήχου μέσω της φόρτωσης patch στην RAM της με το TSR πρόγραμμα ULTRAMID, ενώ πχ η Creative Waveblaster και άλλα wavetable synths χρησιμοποιούσαν patches σε ROM. Σε αντίθεση με την WB και άλλα συναφή synths, η GUS μπορούσε να αλλάζει patches , και να προσθέτει βελτιωμένες εκδόσεις εύκολα, απλά αναβαθμίζοντας την συλλογή από patch που εγκαθιστούσε ο χρήστης μαζί με το συνοδευτικό λογισμικό στον δίσκο του. Το ULTRAMID ήταν διαθέσιμο και ως βιβλιοθήκη, ώστε να μπορεί να προστεθεί είτε σε παιχνίδια είτε σε middleware.<br><br>Χάρη στον τρόπο λειτουργίας του GF1, η GUS παρείχε πολύ υψηλές επιδόσεις. Η πολυφωνία και η ικανότητα του να κάνει μίξη χωρίς να απασχολεί τον επεξεργαστή, επέτρεπαν σε ένα 386 με μια GUS να παίξει ήχο που για να τρέξει με εφάμιλλη ποιότητα σε μια SoundBlaster 16, χρειαζόταν Pentium. Το GF1 απασχολούσε το υπόλοιπο σύστημα κυρίως όταν φόρτωνε samples στην RAM της GUS από τον δίσκο. Άπαξ και τα samples είχαν φορτωθεί, η κάρτα δεν επιβράδυνε το σύστημα μέχρι να ξαναφορτώσει samples. Η φειδωλή χρήση πόρων και η ομοιότητα με την PAULA, έκαναν την GUS προτιμητέα κάρτα για τα μέλη της trackerscene και της demoscene, που μετέβαινε από την Amiga στο ισχυρότερο PC. Και φυσικά διευκολύνε και την δημιουργία μεταφορών τίτλων της Amiga στο PC.<br><br>Η GUS έρχοταν με 2 utilities που αναλάμβαναν να εξομοιώσουν τις ικανότητες FM synthesis των OPL chips που έφεραν οι AdLib και SoundBlaster (S-BOS), καθώς και τα Roland SC-55 ή Roland MT-32 ή/και το DSP των SoundBlaster (Mega-Em), για τους τίτλους με τους οποίους δεν ήταν συμβατή. Το πρόβλημα όμως είναι ότι κάτι η δύστροπη διαχείρηση μνήμης του MS-DOS, κάτι η μειωμένη ποιότητα των patches της GUS, η εξομοίωση μπορεί να χαρακτηριστεί από μέτρια εώς κακή. Και το 1992, αυτό ήταν ένα σημαντικό μειονέκτημα. Οι παλαιότεροι και οι τρέχοντες τίτλοι είχαν πρακτικά άψογη συμβατότητα με όσες κάρτες υποστήριζαν FM synthesis για μουσική, αρκετοί υποστήριζαν τα MIDI synths της Roland, και πλέον το DSP των SoundBlaster ήταν η "βάση" όσον αφορά την αναπαραγωγή PCM ηχητικών εφέ. Η GUS, λόγω της έλλειψης απευθείας συμβατότητας με όλα τα προηγούμενα πρότυπα αναπαραγωγής ήχου, στηριζόταν στο S-BOS και στο Mega-Em για  συμβατότητα με αυτά, ώστε να αυξήσει τον αριθμό των υποστηριζόμενων τίτλων την κρίσιμη περίοδο της κυκλοφορίας, μέχρι να πεισθούν οι δημιουργοί να υιοθετήσουν την wavetable PCM synthesis που υποστήριζε. Καθώς λοιπόν οι S-BOS και Mega-Em είχαν κακή απόδοση, πολλοί από τους αρχικούς αγοραστές έμειναν δυσαρεστημένοι, και η GUS απέκτησε αρνητική φήμη όσον αφορά την συμβατότητα με τα παιχνίδια.  Ακόμα και αν κάποιος τίτλος υποστήριζε την GUS, η υποστήριξη μίξης και "ελεύθερων" patches μέσω του GF1 δεν ήταν δεδομένη. Σε πολλές περιπτώσεις οι developers χρησιμοποιούσαν την GUS ως ένα απλό GM synthesizer, χωρίς δικά τους patches, και για την αναπαραγωγή PCM εφέ. Ο λόγος ήταν ότι για να αξιοποιηθεί η  GUS, απαιτούνταν δουλειά από μέρους τους. Και καθώς δεν πούλησε αρκετά, δεν είχαν κίνητρο για αυτό.<br><br>Το 1994, η Gravis παρουσίασε την Gravis UltraSound MAX, που ενσωμάτωνε τις βοηθητικές κάρτες για σύνδεση CD-ROMs και το CS4231 codec σε μια πλακέτα, μαζί με το GF1 και 512 ΚB RAM (επεκτάσιμη σε 1 ΜΒ), με τις ίδιες εισόδους και εξόδους. Ήταν πλήρως συμβατή με την απλή GUS, και οι τίτλοι που δήλωναν υποστήριξη ειδικά για την MAX χρησιμοποιούσαν το CS4231 για ψηφιακό ήχο, καθώς και για εξομοίωση των SoundBlaster, και όχι το GF1. <br><br>To 1995 κυκλοφόρησε η Gravis UltraSound Audio Card Enhancer (στο εξής ACE), μια "αποψιλωμένη" GUS χωρίς θύρα gameport, ικανότητα εγγραφής, και διεπαφές για CD-ROM, και περιλάμβανε 512 kB μνήμης, αναβαθμίσιμα στα 1024 kB. Στην ουσία δούλευε παρομοίως με μια Creative WaveBlaster. Παρείχε δυνατότητα για wavetable PCM MIDI σε κατόχους άλλων καρτών ήχου, και καταλάμβανε μια θύρα ISA (αντί για WaveBlaster υποδοχή).<br><br>Τελευταίο μέρος της οικογένειας των GUS καρτών, ήταν η GUS Plug &#039;n&#039; Play (PnP), που κυκλοφόρησε επίσης το 1995. Αντί για το GF1, χρησιμοποιούσε ένα νέο chip, το AMD InterWave, το οποίο ήταν πλήρως συμβατό με το GF1, υποστήριζε ρυθμό δειγματοληψίας 44.1 kHz και στις 32 φωνές, και ενσωμάτωνε τις λειτουργίες του CS4231. Επιπροσθέτως παρείχε εξομοίωση μέσω υλικού για FM Synthesis. Η κάρτα ερχόταν με 1 MB sample ROM, καθόλου RAM (αλλα με υποδοχές για 30-pin SIMMs) και διεπαφή για ATAPI CD-ROM, gameport, αναλογική είσοδο, είσοδο μικροφώνου, έξοδο ηχείων, και έξοδο ακουστικών.  Για να είναι δυνατή η εξομοίωση του GF1, έπρεπε να υπάρχει εγκατεστημένη μνήμη στις υποδοχές SIMM. Πέραν της εξομοίωσης του GF1, η εγκατάσταση μνήμης έδινε και δυνατότητα για κάποια ηχητικά εφφέ (echo, reverb, chorus κ.α.). Κυκλοφόρησε και μια Pro έκδοση, με μόνη διαφορά την ύπαρξη 512 kB on-board RAM, για συμβατότητα με την αρχική GUS χωρίς την ανάγκη προσθήκης SIMMs. H GUS PnP έφερε και κάποιες αλλαγές στα συνοδευτικά Δυστυχώς, η AMD αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να σταματήσει την παραγωγή του InterWave. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πάψει και η παραγωγή της GUS PnP. Πρόσφατα, μέλη του VOGONS forum, έφτιαξαν έναν κλώνο της PnP, με την ονομασία ARGUS. Εκτός της ARGUS, υπήρξαν και επίσημοι κλώνοι βασισμένοι είτε στο GF1 είτε στο Interwave, με 2 από αυτούς να κυκλοφορούν με τις επωνυμίες UltraSound CD3 και UltraSound Extreme για λογαριασμό της Gravis. <br><br>H αποτυχία της οικογένειας GUS είχε σαν αποτέλεσμα την εξαγορά της Advanced Gravis από την Kensigton. Παρότι δεν σημείωσε μεγάλη επιτυχία όσον αφορά την συμβατότητα, η προαναφερθείσα αγάπη των μελών της demoscene την έχει κάνει απαραίτητη για την σωστή αναπαραγωγή πολλών demoes, και χρησιοποιήθηκε από πολλούς μουσικούς για σύνθεση. Kαι τα λίγα παιχνίδια που την υποστήριξαν πλήρως, συνήθως είχαν και καλύτερο ήχο σε αυτή. Η μεγάλη κληρονομιά της όμως, είχε να κάνει με το ότι πλέον η wavetable synthesis με εναλλαγή των samples, καθιερώθηκε για την αναπαραγωγή μουσικής στο PC, καθώς σύντομα η Creative έβγαλε την δική της εκδοχή...<br><br>Η GUS:<br><br><img src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/a3/Ultrasound_classic.jpg" alt="Ultrasound_classic.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>Daughterboards:<br><img src="http://cs10669.vk.me/u114000913/136978552/x_ef4eff35.jpg" alt="x_ef4eff35.jpg" class="bbcode_img" /><br><br><img src="http://charlie.amigaspirit.hu/hardware/gus/GUSDBRev24front.jpg" alt="GUSDBRev24front.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>Η Ultrasound MAX:<br><br><img src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/6/6a/Gravis_Ultrasound_Max.jpg" alt="Gravis_Ultrasound_Max.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>Η Ultrasound ACE:<br><img src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/ab/Gravis_UltraSound_ACE.png" alt="Gravis_UltraSound_ACE.png" class="bbcode_img" /><br><br>Η GUS PnP:<br><img src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/d/da/Gravis_UltraSound_PnP_Pro_V1.0.jpg" alt="Gravis_UltraSound_PnP_Pro_V1.0.jpg" class="bbcode_img" /><br><br>H ARGUS (μη ολοκληρωμένο πρωτότυπο):<br><img src="http://i.imgur.com/ETCN7VB.jpg" alt="ETCN7VB.jpg" class="bbcode_img" /><br>
 
<strong>Ensoniq Soundscape 2000 / Soundscape DB / Soundscape Elite / Soundscape II / Soundscape OPUS / Soundscape VIVO 90 ( 1994 / 1995 )</strong>

Το 1994, η δημιουργός του γνωστού από την GUS ΟΤΤΟ chip, καθώς και από τους samplers και τα synthesizer της, Ensoniq, παρουσίασε την δικιά της κάρτα ήχου, με την ονομασία Soundscape S-2000. H κάρτα απαιτούσε μια θύρα ISA 16-bit, και ήταν πλήρους μήκους, άρα και αρκετά μεγάλου μεγέθους. Για την παραγωγή ήχου χρησιμοποιούσε την μέθοδο sample-based synthesis, και ερχόταν με 2 MB patches σε ROM.
Η κάρτα χρησιμοποιούσε το ήδη γνωστό OTTO, σε συνδυασμό με ένα "Sequoia" chip, για καθήκοντα MIDI, μαζί με έναν Motorola 68EC000 στα 8 MHz ( μια έκδοση του θρυλικού Motorola 68000 ), μια μικρή ποσότητα RAM, και ένα Analog Devices AD 1848 KP codec. Επιπλέον, παρείχε διεπαφές για τους πιο διαδεδομένους κατασκευαστές CD-ROM της εποχής ( Sony, Mitsumi, Matsushita ). Οι θύρες στο backplate ήταν οι τυπικές Line Out, Line/Mic In, Gameport, καθώς και μια Aux In.
Μαζί με την S-2000, η Ensoniq κυκλοφόρησε την Soundscape DB. Στην ουσία, ήταν μια WaveBlaster συμβατή εκδοχή της S-2000, χωρίς το AD 1848 KP codec και τις διεπαφές CD-ROM.
Ένα χρόνο αργότερα, κυκλοφόρησαν οι Soundscape Elite και ΙΙ. Χρησιμοποιούσαν το ίδιο chipset με την S-2000, με διαφορετικά samples στη ROM, και πέραν των διεπαφών της S-2000, παρείχαν και διεπαφή για IDE CD-ROMs. Η Elite περιλάμβανε και μια βοηθητική πλακέτα για αναπαραγωγή ψηφιακών εφέ, όπως reverb και chorus.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της Soundscape ήταν ότι δεν απαιτούσε την χρήση TSRs, ελαχιστοποιώντας τα προβλήματα λόγω διαχείρησης μνήμης σε περιβάλλον DOS. Ουσιαστικά, η κάρτα είναι ένας αυτόνομος υπολογιστής εντός του PC όπου εγκαθίσταται, και το μόνο που χρειάζεται για να δουλέψει, είναι να φορτωθεί το λειτουργικό της στην RAM της από το βοηθητικό πρόγραμμα SSINIT.EXE κατά την έναρξη λειτουργείας του συστήματος. Από εκεί και πέρα, ο επεξεργαστής της αναλαμβάνει να διαχειρειστεί το chipset της, χωρίς να απασχολεί το σύστημα. Επιπροσθέτως, σε αντίθεση με πολλές SoundBlaster, περιλαμβάνει ένα πλήρως συμβατό με το MPU-401 MIDI interface.
Η Soundscape μπορεί να εξομοιώσει την AdLib, την SoundBlasterlaster 2.0 και το MT-32. Είναι εγγενώς συμβατή με το πρότυπο General MIDI, και την Windows Sound Source, και εισήγαγε και το δικό της πρότυπο, που έλαβε αρκετά μεγάλης αποδοχής. Δυστυχώς, η εξομοίωση του MT-32 και της FM synthesis των SoundBlaster ήταν κακής ποιότητας.
Διαδεδομένες ήταν και 2 μειωμένου κόστους εκδοχές, η OPUS και η VIVO 90. Και οι 2 είναι PnP ( σε περιβάλλον Windows ) ISA 16bit κάρτες, και έχουν αντί για τον συνδυασμό OTTO και Sequoia, η μεν OPUS τα Cow και Opus μαζί με ένα AD 1845JP codec και έναν 68EC000, η δε VIVO 90 τα Mark 5 και Οtto μαζί με ένα AD 1845 JP codec. Δεν περιλαμβάνουν διεπαφές CD-ROM, και έχουν μικρότερη ROM με υποδεέστερα samples. Έχουν τις ίδιες εισόδους και εξόδους ήχου, καθώς και μια gameport. Η OPUS έχει hardware MIDI διεπαφή συμβατή με το MPU-401, αλλά η VIVO 90 χρησιμοποιεί λογισμικό. Γι αυτό το λόγο, απαιτεί την χρήση του EMM386 για διαχείριση μνήμης σε περιβάλλον DOS, με ότι αυτό συνεπάγεται για την συμβατότητα της. Και η ΟPUS όμως, λόγω μικροδιαφορών με την S-2000, δεν είναι 100% συμβατή με αυτήν. Η OPUS χρησιμοποιήθηκε από την Gateway σε πολλά PC της, και αντικαταστάθηκε αργότερα από την VIVO 90. Η VIVO διατέθηκε και στην retail αγορά.

Η S-2000:
<img class="alignleft" src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/8/88/Ensoniqsss-2000.jpg" alt="Ensoniq Soundscape S-2000" width="733" height="307" />

















H Elite:
<img class="alignleft" src="https://www.vogonswiki.com/images/7/7d/Soundscape_elite.jpg" alt="Soundscape Elite με daughterboard" width="788" height="223" />













Η OPUS:
<img class="" src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/0/05/Soundscapeopus.jpg" alt="Soundscape OPUS" width="707" height="392" />

Η VIVO 90:
<img class="" src="https://www.vogonswiki.com/images/f/f8/Soundscape_vivo_mark5.jpg" alt="Soundscape VIVO 90" width="601" height="341" />
 
Back
Top