Να τον έχεις Απέναντι, μεγάλο δώρο.
Εδώ μία συζήτηση για μία ταινία που, το ξέρω, αγαπάμε όλοι.
Αν μπορούσε η καλοκαιρινή Αθήνα να δει τον αγαπημένο της κινηματογραφικό αντικατοπτρισμό, πιστεύουμε ότι θα επέστρεφε στο 1981. Όταν ένας σκηνοθέτης την ανακάλυψε μέσα από το κιάλι της κάμεράς του και την αποτύπωσε σε ιδρωμένο σελιλόιντ, φωτίζοντας την έτσι όπως ακριβώς είναι: και πυκνοκατοικημένη και άδεια, και μικροαστική και περιθωριακή, και ανυπόφορη και μαγική και μοναχική και ερωτική. Αιφνιδιάζοντας τον Γιώργο Πανουσόπουλο, 27 χρόνια μετά, μάθαμε τα πάντα που συνέβησαν Απέναντι.
Η μπαλκονόπορτα ανοίγει. Το λευκό φόρεμα της Στέλλας ανεμίζει στο νυχτερινό αυγουστιάτικο αεράκι. Μοιάζει με φάντασμα που χορεύει μέσα στις σκιές του μπαλκονιού. Βαριεστημένο τσιγάρο στην κουπαστή. Μέσα ο σύζυγος βλέπει μπάλα. Η έφηβη κόρη στολίζεται στον καθρέφτη. Καλύτερα να ξαναμπεί, το σίδερο είναι ακόμα στην πρίζα. Το θλιμμένο της βλέμμα δεν υπακούει. Παραμένει να χαζεύει αφηρημένα την νυχτερινή άσφαλτο. Καμικάζι κάνουν κόντρες πάνω σε δρόμους κεραυνού. Μαρσάρουν προσκαλώντας τα κορίτσια να κατέβουν από τα μπαλκόνια τους και να δραπετεύσουν μαζί τους. Ο γειτονικός πειρατικός σταθμός αφιερώνει τον Roy Orbinson να τραγουδάει για τους μοναχικούς. Πόσοι τέτοιοι κρύβονται σε μία πόλη εκατομμυρίων; Πόσοι σε κάθε βαλτωμένο γάμο; Σβήνει το τσιγάρο και τρέχει πάλι μέσα. Είναι πολύ αργά και το σίδερο είναι στην πρίζα. Είναι πολύ αργά και η νιότη της έχει περάσει. Κανείς δεν μαρσάρει πια για εκείνη.
Απέναντι μπαλκόνι. Τα παράθυρα κλειδωμένα. Μπλε κόλλες χαρτί εμποδίζουν το φως να μπαίνει – μέρα και νύχτα. Στον χλωμό 20χρονο Χάρη δεν αρέσει το φως. Δεν του αρέσει η μέρα. Βγαίνει μόνο την νύχτα και όλοι τον φωνάζουν «φάντασμα». Κυκλοφορεί σαν λύκος ανάμεσα στις παρέες των συνομήλικών του που περνάνε τον καιρό τους γυαλίζοντας το χρώμιο των μηχανών τους και δίνοντας ραντεβού σε βενζινάδικα λεωφόρων για κούρσες αυτοκτονίας. Πρίγκιπες του περιθωρίου. Φοβισμένοι και μοναχικοί καβαλάρηδες. Αλήτες γεννημένοι για να τρέχουν. Μόνο που αυτό το καλοκαίρι κάτι έχει αλλάξει. Ο Χάρης νιώθει να μην ανήκει πουθενά. Βαρέθηκε τα φλιπεράκια, τα κορίτσια που χτενίζονται στα καθρεφτάκια των κλεμμένων μηχανών και τις αυτοκινητάδες σε αδιέξοδους δρόμους. Με το κιάλι του ναυτικού παππού του που κάποτε έψαχνε για γοργόνες, κοίταξε απέναντι και βρήκε τη δική του. Μέρα και νύχτα την κοιτά από απόσταση, παρακολουθεί τη μικροαστική ζωή της, αναγνωρίζει τη θλίψη της, ονειρεύεται να τη σώσει. Ίσως να ονειρεύεται να τον σώσει κι εκείνη με τη σειρά της. Να περάσει απέναντι, να του ανοίξει τα παράθυρα και να τον βγάλει στο φως.
Βλέποντας τους «Απέναντι» ένα καλοκαιρινό βράδυ του 2008 σε κυριεύει μία μελαγχολική γλύκα. Μία νοσταλγία για τις εποχές που τα αγόρια έπαιρναν τηλέφωνο από συσκευές που δεν είχαν redial – σχημάτιζαν βασανιστικά έναν έναν τους αριθμούς του κοριτσιού των ονείρων τους και όταν εκείνη απαντούσε της το έκλειναν φοβισμένοι. Και πάλι από την αρχή. Αργά και βασανιστικά. Πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελά για τα κορίτσια που με τη σειρά τους αφιέρωναν γλυκερές υποσχέσεις μέσω των πειρατικών ερτζιανών, με την ελπίδα ότι κάποιος τις ακούει. Αναγνωρίζεις τα στέκια, τα σύμβολα μίας περασμένης ποπ κουλτούρας, τις μόδες, τις εμμονές, τις αθηναϊκές γειτονιές που μεγάλωσες. Αναγνωρίζεις όμως και κάτι πολύ βαθύτερο: ο Γιώργος Πανουσόπουλος δεν έπιασε μόνο μία πολύ οικεία εικόνα της Αθήνας, αλλά σου σύστησε τους γείτονές σου. Γιατί τους ξέρεις – και το Χάρη και την Στέλλα. Τους χαιρετάς κάθε πρωί στο ασανσέρ, ή στον καθρέφτη σου.
Μπορεί σήμερα κανείς να μην κοιτά απέναντι πια. Κι όμως κοιτιούνται. Το ραδιόφωνο μπορεί να παίζει playlists, ο κόσμος να φλερτάρει με sms και το μπανιστήρι να γίνεται από το διαδίκτυο, αλλά η μοναξιά, η ανάγκη, το όνειρο παραμένουν ίδια. Η Αθήνα τον Αύγουστο παραμένει ανοιχτή πρόσκληση για να ανοίξεις το παράθυρό σου. Ή τουλάχιστον το παράθυρο του chat room σου.
Αυτά θα έπρεπε να απαντήσουμε στον Γιώργο Πανουσόπουλο και στην έκπληξή του γιατί θυμηθήκαμε την ταινία τόσα χρόνια μετά. Αλλά δεν τα πάμε καλά με τα λόγια. «Την αγαπάμε πολύ» ξεστομίσαμε και ανοίξαμε το κασετοφωνάκι, αφήνοντάς τον να μας διηγηθεί την ιστορία μιας ταινίας που θα συνοδεύει τα καλοκαίρια μας.
H ιδέα
«Προέκυψε από μία αφήγηση του Γιώργου Κούνδουρου – του αδελφού του Νίκου. Έψηνε μία γειτόνισσα και τελικά κατέληξε με την μάνα. Ωραία ιδέα για ταινία Γιώργο, του είπα. Δεν γράφω καλά σενάρια. Το ανέθεσα στο Πέτρο Τατσόπουλο και στον Φίλιππο Δρακονταειδή. Σκαρώσαμε ένα σενάριο όπου δεν είχε φινάλε. Εγώ βιαζόμουν να πάω σε γύρισμα. Τους είπα ξεκινάμε και θα το βρούμε στην πορεία. Δεν το βρήκαμε ποτέ. Για αυτό και σιχαίνομαι το φινάλε. Δεν μου αρέσουν τα συμβολικά φινάλε. Τώρα που το βλέπω τσαντίζομαι.
Η Αθήνα ως πρωταγωνίστρια
«Πόσο αυθεντική είναι η κινηματογραφική απεικόνιση μιας πόλης; Όταν βλέπεις το “Dolce Vita” βλέπεις τη Ρώμη ή τη Ρώμη του Φελίνι; Δεν ξέρω αν είναι η Αθήνα έτσι. Είναι έτσι μέσα μου. Είναι αυτή που κουβαλάω. Την αγαπώ αλλά δεν της χαρίζομαι: βλέπω και την μαγεία και τα σκουπίδια της. Προσπαθώ να βγάλω την ίδια ποίηση και από τα δύο. Δεν χρειάζεσαι καλλιγραφία εκεί. Αντιθέτως κάθε ωραιοποίηση κλωτσάει. Τώρα ο Νίκος Παναγιωτόπουλος σκαρώνει μια ταινία και μου πρότεινε να είμαι ο διευθυντής φωτογραφίας. Θα λέγεται «Τα Οπωροφόρα της Αθήνας» με έναν ήρωα που ψάχνει να βρει «τα φρούτα της Αθήνας». Κυριολεκτικά – μουριές, νεραντζιές, συκιές- αλλά και συμβολικά, καθώς στην περιπλάνησή του θα συναντάει τα πραγματικά φρούτα της Αθήνας – τις μούρες».
Το καλοκαίρι
«Όλες οι ταινίες μου είναι καλοκαιρινές. Δεν ξέρω γιατί. Ίσα ίσα που γοητεύομαι από τις χειμωνιάτικες ταινίες του Μπέργκμαν, του Κισλόφσκι. Τους ζηλεύω, γιατί ως φωτογράφος η συννεφιά μου άρεσε πάντα –σου δίνει το τέλειο φόντο να παίξεις με τα χρώματα. Ένα κόκκινο αδιάβροχο στη συννεφιά του Μονάχου βγάζει μάτι. Στην Ελλάδα το φως αλλοιώνει, σβήνει τα χρώματα.
Εγώ όμως κάτι έχω με το καλοκαίρι. Ίσως γιατί το καλοκαίρι σημαίνει χύμα στο δρόμο. Καύσωνα. Λιγότερα ρούχα. Εξωστρέφεια. Είναι συνώνυμο του ερωτισμού. Ακόμα και ένα θρίλερ που θέλω να κάνω το σκέφτομαι να το γυρίσω στον ήλιο. Να μην τρομάζεις από το σκοτάδι, αλλά από το φως.
Στους «Απέναντι» δεν νομίζω ότι το καλοκαίρι επιλέχτηκε για σεναριακούς, αλλά μάλλον για αισθητικούς λόγους. Μου αρέσει η Αθήνα το καλοκαίρι. Κάτι με τραβάει να την κάνω ταινία. Απόδειξη ότι το ξανάκανα με το «Μια Μέρα την Νύχτα». Είναι που αδειάζει. Πρέπει να αδειάσει η πόλη για να σου επιτρέψει να την κοιτάξεις. Για να μπορέσεις να προσέξεις κάποια πράγματα: Η άδεια άσφαλτος που είναι μαύρη. Γιατί όταν είναι γεμάτη αυτοκίνητα βρωμίζει από ανταύγειες από χρωματιστές λαμαρίνες. Θες να πας βόλτα τις καλοκαιρινές νύχτες. Είχα ένα φίλο που του άρεσε τη δεκαετία του 70 να βγαίνουμε βόλτες με το αυτοκίνητο. Να ξεκινάμε από το Γκάζι από τη φλόγα και να τριγυρνάμε χωρίς προορισμό. Χωρίς καν να μιλάμε».
Το κιάλι
«Αν θέλετε με πιστεύετε: δεν είχα δει τον «Σιωπηλό Μάρτυρα». Το είδα 2 χρόνια μετά την ταινία. Ψιλοντράπηκα. Αν το είχα δει δε θα το έκανα. Όπως δεν είχα δει και την «Μικρή Ερωτική Ιστορία» του Κισλόφσκι, καθώς γυρίστηκε 4 χρόνια μετά. Την είδα και έμεινα κατάπληκτος. Αναρωτιέμαι, αν εκείνος είχε ποτέ την ευκαιρία να δει τους «Απέναντι», αν θα σοκαριζόταν εξίσου.
Ναι, είναι μπανιστιρτζίδικη η ματιά του σκηνοθέτη, το δέχομαι. Γιατί οι συγγραφείς δεν είναι ματάκηδες; Εκείνοι μάλιστα βλέπουν και πιο βαθιά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι μπανιστιρτζής; Αυτός κι αν έχει κιάλι…».
Καμικάζι
«Στόχος της ταινίας ήταν να πιάσει ένα γοητευτικό κομμάτι του Αθηναϊκού περιθωρίου τότε. Και οι καμικάζι ήταν οι παράνομοι καουμπόηδες της εποχής. Ο Τσεμπερόπουλος (τελούσε χρέη παραγωγού) κατάφερε να συγκεντρώσει από όλες τις γειτονιές της Αθήνας πάνω από 300 αυθεντικούς καμικάζι. Καμικάζι σήμαινε: κλεμμένη μηχανή, χωρίς αριθμούς, χωρίς κράνος. Οι πιο ζόρικοι δεν είχαν καν φως. Όταν γυρίζονταν η ταινία η Λεωφόρος Βουλιαγμένης δεν είχε παραδοθεί ακόμα στην κυκλοφορία. Πήραμε άδεια και μας επέτρεψαν να κάνουμε γυρίσματα εκεί. Κάναμε συμφωνία με τον Αστυνομικό Διευθυντή της Γλυφάδας να μην πειράξει τα παιδιά. Θα έρθουν εδώ 300 παράνομοι, κάνε ότι δεν βλέπεις. Πήραμε το ΟΚ. Αρχίζουν τα γυρίσματα και ο Τσεμπερόπουλος τον βλέπει με πολιτικά ρούχα και μια φωτογραφική μηχανή. «Είσαι τρελός;» του είπε. «Εξαφανίσου αμέσως. Αν σε πάρουν χαμπάρι θα σε λιντσάρουν…»
«Ο καμικάζι που ντουμπλάρει τον Μάνεση ήταν ένας θρύλος στην κοινότητα των μηχανόβιων. Είχε παραιτηθεί από τις κόντρες και είχε ανοίξει ένα γκαράζ. Το όνομά του «Κούρος». Απίστευτος τύπος. Οδηγούσε χωρίς φως, χωρίς γυαλιά. Κατέβαινε από την μηχανή και τα μάτια του ήταν γεμάτα νεκρά μυγάκια. Στα γυρίσματα του δέναμε την περούκα με σύρμα – όχι απλά με κόλλα, γιατί από την ταχύτητα του έφευγε. Στερεώναμε την μηχανή λήψης σε μία ανοιχτή Porsche αλλά και πάλι μας ξέφευγε μπροστά. «Πάτα την» μου έλεγε περιπαιχτικά « τι την φοβάσαι». Την πάταγα, αλλά και πάλι δεν τον έπιανα – μου έφευγε από το πλάνο..»
«Το βράδυ της πρεμιέρας στο ΑΤΤΙΚΟΝ ήταν όλα τα μηχανάκια παρκαρισμένα απ έξω. Τους πλησιάζω και τους ρωτάω πώς τους φάνηκε η ταινία. «Μέχρι την μέση μάπα. Μετά… σωστό ταινιάκι». Δεν τους ενδιέφερε το πρώτο μισό με τις κόντρες, αυτοί έχουν κάνει χειρότερα. Τους άγγιξε η ερωτική ιστορία, η λαχτάρα για το κορίτσι τα τηλεφωνήματα. Αποδείχτηκαν πολύ τρυφερά παιδιά. Είχαν μεγάλες ευαισθησίες και δικούς τους κώδικες σεβασμού. Ένας δεν έβαζε ποτέ γυναίκα πίσω γιατί είχε σκοτωθεί το κορίτσι του σ’ ένα ατύχημα. Σε μία σκηνή του λέω «θα πάρεις την κόρη μου». Με κοίταξε απλά. «Σας είπα: γυναίκα πίσω δεν μπαίνει».
Άρης Ρέτσος
«Τον είδα στην «Αστροφεγγιά». Έκανα ζάπινγκ και έπεσα πάνω σ’ έναν τύπο που έβηχε. Μεγάλη μανιέρα αυτή του φυματικού. Όλοι βήχουν, το παρακάνουν – τους πετάει ο ρόλος έξω. Αυτό το παιδί όμως δεν έβηχε έτσι. Αμέσως τον πρόσεξα. Τον πήρα τηλέφωνο και μου έδωσε ραντεβού έξω από το Πανεπιστήμιο. Πήγα εκεί και περίμενα. Λίγο πιο δίπλα τρία παιδιά σαξόφωνο κιθάρα φωνή έπαιζαν τζαζ μ’ ένα καπέλο για να μαζεύουν χρήματα από τους περαστικούς. Ο Αρης ήταν το σαξόφωνο. Μου είχε κλείσει ραντεβού στο χώρο της δουλειάς του. Είπα αμέσως, ότι είχα βρει τον ήρωά μου. Τον πέτυχα με την πρώτη. Από τύχη. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αποδείχτηκε πιο παθιασμένος κι από μένα.
Πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα είχε λυσσάξει να μείνει στο διαμέρισμα του ήρωά του. Έμεινε 15 μέρες σ’ ένα άδειο διαμέρισμα. Κοιμόταν στο πάτωμα. Όταν πήγε να κάνει το ντεκόρ ο Περάκης του λέω «ρώτα και τον Άρη πώς το έχει φανταστεί». Και το έφτιαξαν μαζί. Εκείνος σκέφτηκε ότι ο Χάρης κοιμάται κάτω, που έχει τον ανεμιστήρα του. Και για αυτό τον βλέπεις τον μπαγάσα, να περπατάει σ’ αυτόν τον διάδρομο και σε πείθει ότι το κάνει χρόνια. Οτι αυτό το ψυγείο που ανοίγει να πάρει την κοκα κόλα είναι δικό του.
Ήταν γεμάτος προτάσεις. Είχαμε κάνει μία συμφωνία: έλα με όσες ιδέες έχεις και εγώ θα διαλέγω τι μου κάνει. Ερχόταν κάθε μέρα με δέκα ιδέες. Μία ήταν φοβερή. Επίσης, αντίθετα από όλους τους ηθοποιούς, ο Άρης έκανε αγώνα για να κόβει διαλόγους του. Προτιμούσε να τους παίζει. Ακόμα και στις σκηνές με το τηλέφωνο μου έλεγε «πρέπει να τα πω όλα αυτά. Να προσπαθήσω να τα παίξω;»
Ήθελε αυθεντικότητα. Δεν ήθελε να του βάζουμε ιδρώτα. Για να ιδρώσει τυλιγόταν με μία διπλή κουβέρτα και μόλις φώναζα ότι πάμε πλάνο, έβγαινε σκασμένος από εκεί κάτω και γύριζε τη σκηνή. Αν έπρεπε να είναι ιδρωμένος και λαχανιασμένος κατέβαινε και έτρεχε γύρω από το τετράγωνο.
Που να δείτε στην «Μανία» τι έκανε. Ανέβαινε στις μύτες των ποδιών σαν τράγος καθημερινά στο λόφο του Στρέφη με κάτι σαγιονάρες που του είχα φέρει από την Ιαπωνία. Και προσπαθούσε να πλησιάσει από πίσω ζώα, αρχικά σκύλους και να τα αιφνιδιάσει. Με τα σκυλιά τα κατάφερε. Τη γάτα όμως; Μετά από μήνες ήρθε ενθουσιασμένος: «η πρόβα τελείωσε, είμαι έτοιμος». Είχε πλησιάσει γάτα από πίσω και είχε φτάσει τόσο κοντά που όταν τον πήρε χαμπάρι της σηκώθηκε το τρίχωμα από τον τρόμο.
Αυτά για την Ελλάδα είναι τρελά πράγματα. Είναι ακραίος ο Άρης. Είναι ασκητής στην τέχνη του.
Ερωτικός σκηνοθέτης
Με γοητεύουν οι αληθινοί έρωτες, πέρα από συμβάσεις. Θέλω να κάνω ταινίες με τέτοιους έρωτες: ας πούμε την ιστορία της δασκάλας στην Αμερική με τον μαθητή της. Την φυλάκισαν, την εξευτέλισαν, και εκείνη αποφυλακίστηκε και τον παντρεύτηκε. Δεν έχει κανόνες ο έρωτας. Επίσης θεωρώ πολύ πιο γοητευτικούς τους εφήμερους έρωτες. Έχω άποψη πάνω σ’ αυτό. Τα one night stand είναι οι πιο αγνοί έρωτες. Οι πιο ανιδιοτελείς. Δεν περιμένεις τίποτα. Δεν βλέπεις στον άλλο τον σύζυγο ή την μάνα των παιδιών σου. Δεν σε νοιάζει τι θα γίνει. Αυτοί τελικά είναι οι αιώνιοι έρωτες, για αυτό τους αγαπάει το σινεμά. Όχι οι άλλοι. Οι άλλοι έχουν αρχή και τέλος – δυστυχώς.
Trivia:
Τα σπίτια στην ταινία δεν είναι απέναντι.
Το σπίτι της «Στέλας» ήταν κάπου στην Μεσογείων στο Νομισματοκοπείο.
Του Χάρη στη Θησέως στην Καλλιθέα.
Το βενζινάδικο του Μάνεση ήταν στην Μεσογείων.
Οι κόντρες έγιναν στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης