Πιθνώς λόγω ηλικίας να γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ δηλητηριώδους και μη φιδιού. Ο λόγος που τα κυνηγάει όμως είναι επειδή θέλει να αυτοπροβληθεί και να γίνει ο ήρωας της γειτονιάς. Θέλει να μας πει δηλαδής ότι εκεί που χέστηκε πάνω της η γάτα αυτός έβγαλε το μπαλτά και το σκουπόξυλο και σαν άλλος Sigurd ή Βελλεφερόντης(Αη-Γιώργη πάρε πόδι) έσφαξε το Δράκο, κάτω από τη βρύση, και έδωσε πάλι το νερό στην όμορφη γειτόνισσα.
Σκέτο ποίημα βγήκε.
Κανονικά είναι των Ακριτών και πιθανότατα να μας έρχεται από πολυ παλιότερα.
<span class="bbcode_spoiler">ΑΡΑΧΩΒΙΤΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΩΡΓΗ “ΠΑΝΗΓΥΡΑΚΙ”
Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη.
Μαριγώ Φραγκόπουλο .
Το πανηγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος ήταν λίγος.
Τώρα ανθίζουν τα κλαριά.
“Γαϊτανό κι αριοπλεγμένο
Μια χαρά ήταν το καημένο”.
Βαστάει ο δράκος το νερό, διψάει το πανηγύρι.
Έρχουμ’, έβγα, δέξε με.
Σκάσαν οι μούλες για νερό και τα στοιχεία απ’ τη δίψα.
Γέροντες χορεύουνε.
Κι αυτά λιανομούλαρα πέσανε να ψοφήσουν.
Γειά χαρά σου, άνοιξη.
“Γιώργηνα με το φουστάνι
βάλ’ τα πρόβατα στη στάνη”.
Τρεις λυγιρές συνάζονται, να παν’ να πουν του δράκου:
-Απόλα, δράκο μ’, το νερό.
-Απόλα, δράκο μ’, το νερό να πιει το πανηγύρι.
Ξένος είμαι, δέξε με.
Βάλαν τις μπόλιες ανοιχτά και στα μαλλιά τους μόσχο.
Μαριγώ Φραγκόπουλο.
Κρέμασαν και τ’ αρμάθια τους ως την ποδιά τους κάτω.
Από βραδύς ’τοιμάστηκαν το δράκο ν’ ανταμώσουν,
Και την αυγούλα με δροσιά στον Παρνασσό τραβάνε.
Στη Γούρνα σαν ροβόλησαν μπροστά ’νας Καβαλλάρης.
Κρατούσε και στο χέρι του ολόχρυσο κοντάρι.
Τώρα ο δράκος μούγκρισε και βγήκε απ’ τη σπηλιά του.
Και με τη γνώμη σκέφτηκε και με το νου του λέει:
-Καλώς το γιόμα πώρχιται, καλώς το κολατσιό μου.
Τις λυγερές αγνάντεψε και τρέχει να τις φάγει.
Μ’ ο Καβαλλάρης χύμηξε και τον ποδοπατάει.
Του δράκου κακοφάνηκε πολύ του βαρυφάνη.
Τυλίγεται στο άλογο, με λύσσα πολεμάει,
να καταπιεί το άλογο μ’ όλο τον Καβαλλάρη.
Βγάζει φωτιά απ’ το στόμα του, ουρλιάζει και μουγκρίζει.
Μα με τις τρεις τις κονταριές ο δράκος ξεψυχάει.
Κι ο Καβαλλάρης, άφαντος, με τον ψαρή του…πάει.
Κι η Λάμια αναστέναξε, του βρόντου η δυχατέρα.
Πάει, απολάει το νερό να πιει το πανηγύρι.
Κάμαν σταυρό οι λυγιρές, στον Άγιο τάξαν τάμα,
και πίσω πάλι γύρισαν, να πάν’ στο πανηγύρι.
Ηύραν αρνιά να ψένουνε, κριγιάρια σουβλισμένα.
Κι οι γέροι σέρναν το χορό, ξοπίσω παλληκάρια,
Και πάρα πίσω λυγιρές κοντά με τους λεβέντες.</span>