
Η Bloober Team είναι μια ομάδα ανάπτυξης που ειδικεύεται στον «τρόμο». Αρχής γενομένης από το Layers of Fear του 2016, με το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστή, η συνέχεια περιλάμβανε τίτλους όπως το Observer και το The Medium, αξιόλογες παραγωγές μεν, που όμως έλειπε αυτό το «κάτι» στο gameplay, ώστε να τις κάνει ξεχωριστές. Αυτό το «κάτι» εντοπίστηκε στο περσινό remake του Silent Hill 2, όπου η Bloober Team απέδειξε ότι μπορεί να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις ενός survival horror παιχνιδιού, έστω και αν λίγο-πολύ το πλαίσιο εργασίας υπήρχε ήδη έτοιμο και απλώς οι Πολωνοί έπρεπε να τοποθετήσουν άρτια το λιθαράκι τους. Ουσιαστικά, το Cronos: The New Dawn αποτελεί το πρώτο, πραγματικό τεστ, στο οποίο η ομάδα ανάπτυξης καλείται να παρουσιάσει μια νέα IP, «παίζοντας μπάλα» σε ένα διόλου εύκολο genre. Άραγε, τα καταφέρνει;
Η βασική ιστορία πίσω από το Cronos: The New Dawn, παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από το «Change», ένα ανατρεπτικό γεγονός που συνέβη σε ένα χαλυβουργείο της Κρακοβίας, το σωτήριον έτος 1981. Το γεγονός ονομάστηκε «Change», διότι από εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος έπαψε να υπάρχει με τον τρόπο που τον γνωρίζουμε σήμερα. Ένας τρομερά μεταδοτικός ιός, αγνώστου προέλευσης, μόλυνε ορισμένους εργάτες του χαλυβουργείου, οι οποίοι παρουσίασαν ακραία επιθετική συμπεριφορά. Τόσο ακραία ώστε να πάψουν να θυμίζουν νοήμονα όντα και να προσομοιάζουν με τέρατα που προσπαθούσαν να εξοντώσουν κάθε τι μη μολυσμένο, ενώ ταυτόχρονα επέδειχναν μια παράξενη «αφοσίωση» σε όσους είχαν ήδη μολυνθεί. Σύντομα η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο, με την κυβέρνηση της Κρακοβίας να αποτυγχάνει να αξιολογήσει ορθά την κατάσταση, με συνέπεια ο ιός να διαφύγει από τα πλαίσια της καραντίνας.

Fast forward στο (μακρινό) μέλλον, με την πρωταγωνίστρια ND-3576 να αποτελεί μία Traveler, ειδικά εκπαιδευμένη πράκτορα που αναλαμβάνει αποστολές με ταξίδια στο χρόνο, για λογαριασμό της ομάδας Collective. Τι ακριβώς είναι η Collective, παραμένει ασαφές, καθώς το παιχνίδι δεν δίνει επαρκείς εξηγήσεις — όπως, δυστυχώς, συμβαίνει και με αρκετά άλλα στοιχεία που μένουν στη σφαίρα του «ανεξήγητου» ή ακόμη και του «αφηρημένου». Πρόκειται για ένα από τα σοβαρότερα σφάλματα του Cronos: The New Dawn, καθώς η ιστορία, όσο και αν παρουσιάζει ενδιαφέρον με τον τρόπο που εξελίσσεται (cutscenes, notes, recordings), αδυνατεί να δώσει απαντήσεις στα εύλογα ερωτήματα των παικτών. Δεν είμαστε σίγουροι αν αυτό έγινε εσκεμμένα, με την προοπτική να δοθούν περισσότερες πληροφορίες σε κάποιο πιθανό sequel/prequel, ως αυτοτελές παιχνίδι όμως, το Cronos αφήνει αρκετά ερωτηματικά.
Κατά κύριο λόγο λοιπόν, αναλαμβάνουμε να συνοδεύσουμε την προσπάθεια της ND-3576 να εντοπίσει το «essence» ορισμένων ατόμων που έζησαν εκείνη την εποχή, με την ελπίδα να γίνουν πιο κατανοητά τα γεγονότα που οδήγησαν στο «Change», αλλά και την πιθανότητα αποτροπής του. Φυσικά, όλα αυτά εκτυλίσσονται κάτω από το πέπλο του survival horror, που συνδυάζει τη δυσκολία και τους μηχανισμούς των παλαιότερων τίτλων του είδους, με μια δόση σύγχρονης οπτικής.

Ως «σύγχρονη οπτική», εννοούμε την τρίτου προσώπου απεικόνιση, σαφώς επηρεασμένη από το Dead Space (άλλωστε, αυτό αναφωνήσαμε όλοι μόλις είδαμε το αρχικό gameplay trailer), αλλά και από τα αντίστοιχα Resident Evil (RE2 Remake, RE4). Ωστόσο, το Cronos γέρνει περισσότερο προς τη πλάστιγγα των τίτλων της Capcom, καθώς δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διαχείριση των πόρων, παρά στις μάχες καθ’ αυτές. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπει η δράση – κάθε άλλο. Απλά ο μεγαλύτερος εχθρός που έχουμε κάθε φορά να αντιμετωπίσουμε είναι τα λιγοστά πυρομαχικά και το ασφυκτικά περιορισμένο inventory. Πρακτικά, το παιχνίδι δεν μας αφήνει ποτέ να νοιώσουμε ισχυροί ή ασφαλείς, καθώς συχνά οι μάχες καταλήγουν να μας αφήνουν με δυο-τρεις σφαίρες στη θαλάμη του όπλου μας. Στην περίπτωση που τα θαλασσώσουμε ολοκληρωτικά, το Cronos δεν δίνει «συγχωροχάρτι»: φορτώνουμε ένα παλαιότερο save και ξαναπροσπαθούμε.
Βασική προϋπόθεση για την επιβίωση είναι να παίξουμε με τους κανόνες του. Ήτοι, προσοχή στα πυρομαχικά, αποφυγή μαχών όπου είναι αυτό εφικτό και προσεκτική αξιολόγηση του περιβάλλοντος για το πως μπορούμε να επωφεληθούμε. Ενδεικτικά, να αναφέρουμε ότι ο απλός πυροβολισμός είναι «χάδι» για τους εχθρούς (Orphans, όπως χαριτωμένα ονομάζονται): ο μοναδικός αποτελεσματικός τρόπος πρόκλησης ζημιάς είναι τα charged shots, ιδανικά στοχευμένα στα αδύναμα σημεία τους (κεφάλι ή πόδια για να πέσουν).

Ωστόσο, τα charged shots απαιτούν κάποιο χρόνο για να εκτελεστούν, χρόνος που μπορεί να αποβεί μοιραίος, αν δεν έχουμε αφήσει αρκετή απόσταση από τον εχθρό μας. Επιπλέον, θα πρέπει να αποτρέπουμε στα Orphans να κάνουν «merge», κοινώς να ενωθούν με νεκρά πτώματα, δημιουργώντας έτσι νέες και ισχυρότερες μορφές. Σε αυτό σύμμαχος μας είναι η φωτιά, ενώ θα πρέπει συνεχώς να κοιτάζουμε το περιβάλλον για πιθανές εστίες εκρήξεων (όπως φιάλες LPG), καθοριστικές τόσο για τον γρήγορο «καθαρισμό» ομάδων τεράτων όσο και για την οικονομία στα πυρομαχικά.
Όπως συνηθίζεται στα παιχνίδια του είδους, οι πρώτες ώρες είναι αρκετά δύσκολες μέχρι να καταφέρουμε να αναβαθμίσουμε την ηρωίδα μας. Ο μηχανισμός αναβάθμισης βασίζεται στην εύρεση Energy modules και Cores. Τα πρώτα απευθύνονται στην βελτίωση των όπλων μας (υπάρχουν συνολικά επτά), ενώ τα δεύτερα, τα οποία συχνά μας χαρίζουν περιπλανώμενες γάτες που χαϊδεύουμε (!), ενισχύουν την πανοπλία μας (και κάποια special gadgets). Οι αναβαθμίσεις πραγματοποιούνται αποκλειστικά στα διάφορα safe-rooms που συναντάμε στην πορεία, όπου ευτυχώς εκεί περιλαμβάνεται και ένα πολύ χρήσιμο stash, έτσι ώστε να μην πετάμε τίποτα. Pro-tip: αναβαθμίστε όσο το δυνατόν νωρίτερα το inventory. Η ασπίδα μπορεί να περιμένει λίγο.

Αντίθετα, το crafting πυρομαχικών και αντικειμένων υγείας πραγματοποιείται on-the-fly, αρκεί να διαθέτουμε τα κατάλληλα υλικά (υπάρχουν μόνο δύο είδη υλικών), κάτι που μπορεί να μας σώσει σε πραγματικά κρίσιμες στιγμές. Ωστόσο, γενικά ο τρόπος προσέγγισης των μαχών είναι απλώς λειτουργικός, χωρίς να καινοτομεί (πάντως, δεν θα λέγαμε όχι σε ένα dodge/evade button), αλλά πέρα από αυτές, το Cronos: The New Dawn δεν δίνει καθόλου βαρύτητα σε γρίφους ή σπαζοκεφαλιές υψηλής ποιότητας.
Ο κοινός παρονομαστής των «γρίφων» είναι να βρούμε το τάδε κλειδί για να ανοίξουμε τη δείνα πόρτα, να αντιστρέψουμε τη βαρύτητα (σε στυλ original Dead Space) για να περάσουμε απέναντι ή να χρησιμοποιήσουμε την ειδική ακτίνα του όπλου μας, ώστε να ενεργοποιήσουμε κάποιο μονοπάτι που έχει «καταστραφεί» από το «Change». Τίποτε που να μας προβληματίσει, ενώ αν τυχόν μπερδευτούμε για το επόμενο βήμα μας (υπάρχει αρκετό backtracking), υπάρχει πυξίδα που ενεργοποιείται κατά βούληση και δείχνει προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε.

Ωστόσο, ο σχεδιασμός της δράσης είναι κατά κύριο λόγο γραμμικός, αλλά υπάρχουν ουκ ολίγα μονοπάτια που παραστρατούν, τα οποία άλλοτε αξίζει να ακολουθήσουμε, άλλοτε όχι. Τι εννοούμε με αυτό; Υπάρχουν στιγμές όπου το λάφυρα που θα αποκτήσουμε είναι λιγότερα απ’ όσα χρειάστηκε να ξοδέψουμε (π.χ. πυρομαχικά) για να τα αποκτήσουμε, οπότε… «δώρο άδωρο». Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι υφίσταται κανονικά μηχανισμός που «αντιλαμβάνεται» ποια υλικά μας λείπουν (πυρομαχικά ή health), και μας τα παρέχει, απλά γίνεται με φειδώ. Σε γενικές γραμμές όμως, δεν αντιμετωπίσαμε σοβαρές δυσκολίες στο να προχωρήσουμε στο παιχνίδι, πέρα από κάποιες, μετρημένες στα δάκτυλα μάχες ή ορισμένα bosses. Οι άνθρωποι της Bloober Team έχουν κάνει καλή δουλειά και δείχνουν να έχουν μελετήσει καλά το «εγχειρίδιο» του καλού survival horror.
Εξάλλου, είναι ηλίου φαεινότερο από την εξαιρετική ατμόσφαιρα του παιχνιδιού. Τα μουντά χρώματα, ο λιγοστός φωτισμός που προέρχεται κυρίως από τον φακό μας, οι κλειστοφοβικοί διάδρομοι, η καταθλιπτική απεικόνιση της κατεστραμμένης Κρακοβίας που σε πείθει ότι βρίσκεσαι εκεί (ακόμα και τα συνθήματα στους τοίχους είναι στα πολωνικά), σε συνδυασμό με τις ανατριχιαστικές κραυγές των τεράτων, συνθέτουν μια εμπειρία που δύσκολα αντέχεται, αν τολμήσει κάποιος να παίξει νύχτα με ακουστικά.

Στα υπέρ συγκαταλέγεται το γεγονός ότι τα jump scares είναι ελάχιστα αλλά εύστοχα, αφού η ατμόσφαιρα τρόμου χτίζεται σταδιακά, χωρίς να καταφεύγει σε φθηνά τρικ για να «τρομάξει» τον παίκτη. Ωστόσο, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι μετά από τα μέσα του παιχνιδιού (ένα μέσο playthrough φθάνει τις 16 με 17 ώρες), η επανάληψη κάνει την εμφάνισή της, καθώς έχουμε ήδη δει τα περισσότερα που έχει να προσφέρει το παιχνίδι, είτε σε σχεδιασμό δράσης είτε σε είδη τεράτων. Ίσως να χρειαζόταν ένα «ψαλίδι» σε κάποια σημεία, γενικότερα, όμως, το παιχνίδι παραμένει χορταστικό σε μέγεθος.
Όσον αφορά τον τεχνικό τομέα, το Cronos: The New Dawn «φοράει» την Unreal Engine 5, κάτι που σημαίνει πως είναι ένα αρκετά όμορφο παιχνίδι, ωστόσο, δεν λείπουν και οι κλασικές «ασθένειές» της, όπως κάποια traversal stutters (ευτυχώς όχι σοβαρά). Από την άλλη, το animation των Orphans δεν εντυπωσιάζει, όντας κάπως σπασμωδικό, αν και η αποκρουστική, «άρρωστη» εμφάνισή τους αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό αυτή την αίσθηση. Στα πολύ θετικά συγκαταλέγεται το synth soundtrack, το οποίο αποδίδει άψογα την 80’s αισθητική και ακούγεται την κατάλληλη στιγμή, χωρίς να ενοχλεί τη δράση.

Συνοψίζοντας, το Cronos: The New Dawn αποτελεί μια πολύ καλή πρόταση για το είδος του survival horror. Οι παλαιομοδίτικοι μηχανισμοί του ενδέχεται να αποθαρρύνουν κάποιους παίκτες, ενώ ορισμένα στοιχεία σίγουρα θα μπορούσαν να βελτιωθούν, όπως η συγγραφή του σεναρίου, οι γρίφοι και μερικά τεχνικά ζητήματα. Παρ’ όλα αυτά, η δουλειά έγινε με ικανοποιητικό τρόπο και αναμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον το επόμενο βήμα της Bloober Team.
Ευχαριστούμε θερμά τη Bandai Namco για την παροχή του review code.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 80%
80%
Such is our calling
Ένα αξιόλογο survival horror, όπου οι κάπως παρωχημένοι μηχανισμοί του και το ασαφές σενάριο, δεν του επιτρέπουν να "λάμψει".










