Borracho's Cantina

Roll For Surprise : Η Διακριτική Γοητεία Του Αναπάντεχου

Γεροντομουρμούρα #48

Στο σπάνιο ρεπό από τους εξουθενωτικούς εξομοιωτές γεροντικής άνοιας στους οποίους αρέσκομαι εσχάτως, ο έφηβος μέσα μου, με έριξε στα εκπτωτικά δίχτυα του Pillars of Eternity II: Deadfire. Ο Καλλιανιώτης έγραψε μια έξοχα περιεκτική επισκόπηση του τίτλου (με διαφορά ο πιο μερακλής εν ενεργεία Έλλην παρουσιαστής παιχνιδιών ρόλων, βεβαίως βεβαίως) και παρά το γεγονός πως έχω εκφράσει πολλάκις τον κορεσμό και την απογοήτευσή μου με τα ισομετρικά/νεορετρό παιχνίδια ρόλων, εξακολουθούσε να με τρώει μια περιέργεια. Κάτι το ναυτικό πειρατικό μοτίβο του τίτλου, κάτι οι πολύ ευχάριστες ώρες που είχα περάσει με το πρώτο Pillars, ψήθηκα. Το χτύπησα.

Και οι πέντε πρώτες ώρες κυλήσαν νερό. Χωρίς πλάκα. Λεπτομερή και πανέμορφα ισομετρικά backgrounds που σε προκαλούν να τα ξεψαχνίσεις, ηχητικός τομέας που δεν χορταίνεις και ένα UI που καταβάλλει σοβαρή προσπάθεια προκειμένου να απλουστεύσει όσο το δυνατό περισσότερο μια ‘παραδοσιακή’ AD & D εμπειρία. Η γλυκιά, ζεστή αίσθηση της επιστροφής στην εφηβεία, ήταν εκεί, ζόρικη και δυνατή. Για περίπου πέντε με έξι ώρες, μέχρι το παιχνίδι να προσδιορίσει επακριβώς την ταυτότητα και τα όριά του.

Είμαι σίγουρος πως κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα δυο χρόνια, θα το ολοκληρώσω. Και το πιθανότερο είναι πως θα ορμήσω ψυχαναγκαστικά να εξερευνήσω κάθε πιθαμή του χάρτη του και να ολοκληρώσω όσο περισσότερες παράπλευρες αποστολές και κυνήγια επικηρυγμένων μπορέσω (Side quests και bounties, όπως αποκαλούνται από την έδρα Ελληνικής Φιλολογίας του Καποδιστριακού). Και σίγουρα θα τα ευχαριστηθώ. Δεν περιμένω όμως πουθενά, να εκπλαγώ. Να δω το μέλλον, το διαφορετικό. Την εξέλιξη του είδους.

Είχαμε μια ενδιαφέρουσα κουβέντα στο σχετικό φορουμικό θρέντ μας (ω ναι, υφίστανται ακόμη fora εν έτει 2018 κι ας είναι τραγικά δύσχρηστα όσον αφορά στην ενδοεπικοινωνία κατά την διάρκεια μάτς μηχανοκίνητου αθλητισμού) αναφορικά με το γιατί, παρά τις αποθεωτικές κριτικές που έλαβε το παιχνίδι από το σύνολο σχεδόν του ειδικού τύπου, δεν φάνηκε να ταράζει ιδιαίτερα τα νερά του χώρου.

Το επιστημονικό μας κονσένσους ήταν (και η συζήτηση προφανώς απέχει πολύ από το να κλείσει) και παραμένει το εξής : η Obsidian και κάθε μικρομεσαία εταιρεία που έχει βρει το προσοδοφόρο μετερίζι της με ένα πολύ συγκεκριμένο ‘ειδικό’ κοινό, δεν έχει κανένα λόγο να καινοτομήσει. Σαν ένας έμπειρος εκμεκατζής, γνωρίζει πως φτιάχνει το καλύτερο εκμέκ της Πόλης. Όσοι θεριακλήδες γουστάρουν ποιοτικό εκμέκ λοιπόν, θα περάσουν, νομοτελειακά από το μαγαζί. Μπορεί να έρθουν και τουρίστες ή φοιτητές, στο μεγάλο Προσκύνημα της Πρώτης Νιότης.

Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να αλλάξουν την συνταγή. Σίγουρα, θα προσθέσουν λίγο παγωτάκι εδώ, κανένα κουκουνάρι από εκεί, αλλά στην ουσία, από την στιγμή που υπάρχει ζήτηση και έχουν εδραιωθεί στις συνειδήσεις του κοινού, δεν υπάρχει ενδιαφέρον ούτε και ανάγκη για ρίσκο. H αφηγηματική τους φόρμα λοιπόν, η εμπειρία που θα σμιλέψουν για να παραδώσουν στο πεινασμένο κοινό, δεν πρόκειται φυσικά και να καινοτομήσει.

Κάποιοι παίκτες ενδεχομένως ικανοποιούνται με αυτό (σίγουρα το γεγονός πως οι πωλήσεις τους παραμένουν λίγο πιο πάνω από τον στόχο τους, συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση) και δεν ζητάνε το παραπάνω ή το διαφορετικό. Σαν αφοσιωμένοι, ‘παλιοί’ μεταλλάδες, που θεωρούν την οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη μουσική φορμά που εδραίωσε μια μπάντα αίρεση και κόπτονται πως “Μέχρι το Justice ήταν καλοί, το Black Album κατέστρεψε τα πάντα!”

Χωρίς ανανέωση όμως, χωρίς τολμηρό πειραματισμό με τις αφηγηματικές όσο και τις gameplay φόρμες και μηχανισμούς, χωρίς υιοθέτηση και εκμετάλλευση της τελευταίας λέξης της τεχνολογίας, κάθε μέσο είναι καταδικασμένο στην επανάληψη και τον αυτοκαννιβαλισμό. Κάθε μορφή τέχνης , δίχως νέο αίμα ή διαρκείς προκλήσεις απέναντι στο κατεστημένο της, καταδικάζεται σε δημιουργικό μαρασμό ή ακόμη χειρότερα, μια καρικατουροποίηση όλων των στοιχείων που μια φορά κι ένα καιρό την καθιστούσαν επίκαιρη και ζωτική. Σαν τις εγκληματικές παρηχήσεις μου του ‘Κάππα” ένα πράγμα.

Μικρόφωνο σε εσένα, Τακτικέ Αναγνώστη. Θέλουμε κάθε χρόνο δυο ισομετρικά, ‘γυαλισμένα’ RPG’s ή οκτώ μικρότερα, κάποτε επιτυχημένα, κάποτε αμήχανα αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα ‘μικρότερα’ πειράματα ύφους;
Μπορεί να θέλουμε και τα πάντα, η κουρτίνα τρία παραμένει βιώσιμη επιλογή. Με το πορτοφόλι μας όμως ως gamers, ψηφίζουμε και διαμορφώνουμε ουσιαστικά την αγορά.

Tags

Στέφανος Κουτσούκος

Ο Στέφανος Κουτσούκος ή αλλιώς "The Artist Formerly Known As Borracho", διέπραξε ποικίλα εγκλήματα τα οποία τον οδήγησαν σε μια ριζική επανεκτίμηση των προτεραιοτήτων και αξιών του.Το gaming ευτυχώς παρέμεινε σταθερό στην πρώτη πεντάδα και εξακολουθεί να μοιράζεται τις ψευδοχαρντκόρ, ημιθανείς, σαφώς ελιτιστικές του απόψεις μαζί σας, από την πειρατική συχνότητα του Ragequit.gr

Related Articles

13 Comments

  1. Φαντάσου το εξής.
    Μία παρέα παππούδων να κάθεται σε αυτό το καφενείο που πουλάει τα εκμέκ και τους ακούς να συζητάνε τα παρακάτω κάθε μέρα
    -πω πω δεν φτιάχνουν καλή μουσική όπως παλιά.
    -πω πω δεν φτιάχνουν καλά παιχνίδια όπως παλιά
    – πω πω δεν βγαίνουν καλές ταινίες και βιβλία όπως παλιά
    Τολμάει να αλλάξει την συνταγή ο άνθρωπος που έχει τα εκμέκ ή θα ακούσει την επόμενη συζήτηση να πηγαίνει κάπως έτσι:
    -πω πω χαλάσαν και τα εκμέκ και δεν τα φτιάχνουν όπως παλιά.

  2. Διαφωνώ για το ζήτημα καινοτομίας. Το μέσο έχει εξελιχθεί άρδην και οι τεχνολογίες (πλην VR) έχουν φτάσει σε μια σχετική επιβράδυνση σε σχέση με αυτό που γινόταν τέλη 90s-αρχες 00s. Παρόλα αυτά μικρά βήματα γίνονται. Το φράγμα το σπάσιμο του οποίου θα επιφέρει την καινοτομία, ήδη αποσαθρωνεται με αυτά τα μικρά βήματα. Δεν μπορούμε να βλέπουμε νέες και πετυχημένες συνταγές σε κάθε κυκλοφορία.

    Για παράδειγμα το D:OS2 τελειοποίησε στον απόλυτο βαθμό Όλα τα συστήματα που μπορούν να χτίσουν ένα τέτοιο RPG. Από πλευράς ιστορίας τα πράγματα επηρεάζονται από το πόσο ώριμο και, προπαντός, έτοιμο είναι το κοινό. Αμφιβάλλω αν ο κόσμος θα λάτρευε την ιστορία του Witcher 3 (κατ’εμε η κατώτερη της σειράς) αν δεν είχε προηγηθεί όλο το sextaposition του HBO. Αν το Planescape: Torment εσκαγε τώρα, χωρίς καμία προηγούμενη αναφορά στο genre/hobby, πιστεύω πάλι ως weird και “βαρύ/επιτηδευμένο” θα εκλαμβανοταν.

    1. Θα σου πω το εξής :

      Το Witcher 3 ακόμη και αν δεν ήταν ΤΟΣΟ καλογραμμένο (πες πως ήταν δυο κλικ κάτω) και μόνο με την ομορφιά και τον πλούτο του κόσμου του, θα είχε λατρευτεί. Δες για παράδειγμα το AC: Origins. Δεν έχει κανένα σενάριο πολύ φοβερό, αλλά δεν το χρειάζεται κιόλας, γιατί πραγματικά σε βάζει να μυρίζεις τις καλαμιές και το κροκοδειλόσκατο. Το ζεις. Φεύγεις. Πλέον η φαντασίωση έρχεται στο δωμάτιό σου, οπότε και να μην είναι κάτι φουλ άρτιο επί της οθόνης, το ξεπερνάς.

      Μου άρεσε η επισήμανσή σου για το Τόρμεντ. Κοντός ψαλμός αλληλούια, το Disco Elysium ‘σκάει σούν” που λένε και οι εγχώριοι άρχοντες της Τραπ διανόησης. Λειτουργεί ως πνευματικός διάδοχος των ιδεών που εξερευνήθηκαν στο Τόρμεντ και τις πηγαίνει παραπέρα. Μένει να δούμε πως θα υλοποιηθεί γιατί φυσικά μας τα είπαν κι άλλοι (εσένα κοιτάω Νούμα Νούμα).

      1. Σύμφωνοι αλλά εστιάζουμε σε καινοτομία σεναρίου, για αυτό και μιλάμε με το Witcher ως παράδειγμα. Λόγου χάριν το πρώτο Witcher είχε εξαιρετικό σενάριο το οποίο ξεκινούσε με το πιο θανατηφόρο κλισέ (“έχεις αμνησία”) για να εισάγει τον παίκτη στον κόσμο. Τελικά αυτό εξελίχθηκε σε πλοκή εφάμιλλη των ιστοριών από τα βιβλία.

        Το τρίτο σε έβαλε στον κόσμο αλλά η κεντρική πλοκή είχε αδυναμίες, αλλά και λαμπρές εξαιρέσεις. Τίποτα καινοτόμο αφού το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για το πρώτο pillars ή το tyranny 🙂

        1. Συμφωνώ. Αλλά είναι το σύνολο τελικά που σε κερδίζει. Δηλαδή ακόμη και αν ένα σενάριο δεν είναι τίποτε φοβερό, αν παρουσιαστεί σε πανέμορφο πακέτο με ‘κολλητικούς’ μηχανισμούς και grinds, σε κερδίζει, πιάνει το αρρωστάκι μέσα σου.

          Αν όμως έχεις ένα σενάριο τετριμμένο και ‘πακέτο’ που ναι μεν στέκεται, αλλά δεν γοητεύει, δεν δημιουργεί εθισμό, εκεί κάπου αρχίζει το τράκα-τρούκου το βαγονάκι.

          1. Άρα καταλήγουμε στον καθαρά υποκείμενο παράγοντα, όπου η κολοκυθόπιτα δίνει και παίρνει.

  3. Ομάδα που κερδίζει δύσκολα αλλάζει. Και είναι και το θέμα ότι μεγάλες αλλαγές μπορούν να φέρουν αλλοίωση της ταυτότητας τους.

    Κατά τ’ άλλα συμφωνώ απόλυτα με τον Παύλο. Δεν μπορούμε να γκρινιάζουμε για έλλειψη καινοτομιών και να αγνοούμε τα Original Sin που έφεραν το καλύτερο σύστημα μάχης μέχρι σήμερα και πολλαπλά μονοπάτια στα quest θα έκαναν και τα πρώτα Fallout να κοκκινίζουν.

    Επίσης δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση μεταξύ τρόπου αφήγησης και setting. Το ένα ΔΕΝ επηρεάζει το άλλο στο ελάχιστο. Παράδειγμα… Dark Souls: fantasy setting, όχι ιδιαίτερα συνηθισμένμη εξιστόρηση. Might and Magic X, fantasy setting, τετριμμένη/αναμενόμενη αφήγηση.
    Καινοτομία πιστεύω, έστω και σε μικρό βαθμό έφερε το Vampyr, κι αναφέρομαι στο υποσύστημα με τους πολίτες γιατί κατάφερνε να συνδυάσει αφήγηση με αντίκτυπο στο gameplay (και το αντίστροφο). Δεν είναι όμως party based rpg, τα οποία καλώς ή κακώς έχουν εξελιχθεί από τις 90”s καταβολές τόσο ώστε να είναι διατηρούν τα στοιχεία που άρεσαν στους παλιούς και να είναι playable στις νεότερες γενιές.
    Όσον αφορά επι προσωπικού, αν η εξέλιξη του είδους είναι π.χ. το Andromeda, προτιμώ να μείνω με τη στασιμότητα των kickstarter κατεβατών

    Η γλυκιά, ζεστή αίσθηση της επιστροφής στην εφηβεία, ήταν εκεί, ζόρικη και δυνατή.

    Είμαι σίγουρος πως κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα δυο χρόνια, θα το ολοκληρώσω.

    Borracho… Borracho never changes. 😀

    Τελικά σου άρεσε; Κι αν ναι γιατί το αφήνεις; Εντόπισες high fantasy ψήγματα; Ή τίποτα easter eggs σε τραγούδια των Blind Guardian και Hammerfall (των οποίων στίχους σε αρκετά από αυτά είμαι σίγουρος ότι έχεις μάθει απέξω κι ακόμα θυμάσαι);

    1. *γέλια* To γεγονός ότι οι στίχοι Guardian/Hammerfall είναι επιπέδου ‘Ένα Μικρό Καράβι’ προφανώς και τους καθιστά κολλητικούς. Μια μέρα δεν μπορεί, θα πιω αρκετό ουίσκι ώστε να ξεχάσω το ηρωϊκό “Καθρέφτη καθρεφτάκι, τρου χόουπ λάιζ μπιγιόντ μάι βερτζίνιτι…”. Οργανωμένο το έγκλημα.

      Συμφωνώ πάντως πως μηχανικά το Divinity: OS πήγε τα πράγματα όσο πιο μακριά γίνεται στο συγκεκριμένο είδος. Αρτιότατο σύστημα μάχης και φοβερή ελευθερία στον τρόπο αλληλεπίδρασης με τον κόσμο του παιχνιδιού. Θεματικά δεν ήταν ενδιαφέρον για εμένα, αλλά αυτό εμπίπτει σκληρά στην κατηγορία της κολοκυθόπιτας.

      Το Vampyr μου άρεσε πάρα πολύ, αλλά τα έγραψα και στην παρουσίαση αυτά.

      Το Andromeda…τί είναι το Andromeda; Κυκλοφόρησε τέτοιο πράγμα; Αν λες ένα fanfic της Bioware κακομάτζαλο, κάποιο διαφημιστικό τρικ δεν ήταν; ΥΠΗΡΧΕ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ;!

      Ναι μου αρέσει το Deadfire. Αλλά μου αρέσει χαλαρά, χωρίς φωτιά. Δηλαδή αν έχει τελειώσει ο κόσμος και με αφήσεις με καφέ και κουλουράκια, θα το τελειώσω. Αλλά δεν θα κάτσω ποτέ να βαράω ψυχωτικά οκτάωρα γιατί απλά…ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΩ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕΤΑ. Δεν το ζω όπως το This Is The Police II ή το Color of Madness ένα πράγμα. Δεν με αρπάζει από το λαιμό.

      Μπορεί δηλαδή να το τελειώσω σε ένα μήνα, σε δυο…αν το ξεκινήσω δεν έχει κάτι που θα με κάνει να πω “Κατεβάζω τηλέφωνα, δεν υπάρχει τίποτε μέχρι να τελειώσει το ΕΠΟΣ”. Μπορεί δηλαδή μια μύγα στην κουρτίνα ΑΝΕΤΑ να μου τραβήξει το ενδιαφέρον από τα χαρτογραφημένα ύδατα (χοχοχο) του Deadfire. Άλλα παιχνίδια και φωτιά να πάρει η καρέκλα, δεν θα νιώσω.

      Αλλά γυρίζουμε στο Θεώρημα της Κολοκυθόπιτας θαρρώ 😀

Leave a Reply

Follow on Feedly

Close
Close