REVIEWS
Trending

CONTROL

Illusory, treading on reality; Polaris in a web of hypocrisy

Για τη Remedy Entertainment δε χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Η Φινλανδική εταιρία έχει γράψει τη δική της ιστορία στο χώρο του gaming, αφενός με την δημιουργία των αξεπέραστων Max Payne 1 & 2, αφετέρου με το εξίσου μοναδικό Alan Wake, που συνδύαζε εξαιρετικά το στοιχείο του action με εκείνο του storytelling. Άλλωστε, το Alan Wake ήταν το παιχνίδι που της εξασφάλισε μια γερή χρηματοδότηση από τη Microsoft, όντας ένας αποκλειστικός (χρονικά, όπως αποδείχθηκε) τίτλος του Xbox 360, αλλά και της συνέχισης της συνεργασίας της με την εταιρία από το Redmond, η οποία καρποφόρησε με έναν ακόμα (σχεδόν) αποκλειστικό τίτλο, το Quantum Break.

Ομολογουμένως, κάπου εκεί στράβωσε το πράγμα για τη Remedy, καθώς η ανάπτυξη του Quantum Break αποδείχθηκε ιδιαίτερα δαπανηρή, ενώ το τελικό αποτέλεσμα δεν αποτέλεσε κάτι το εξεζητημένο, όπως έκαναν οι προκάτοχοί του – χωρίς όμως να είναι άσχημο. Παρ’ όλες τις, κατά κύριο λόγο, θετικές κριτικές και τη δήλωση της Microsoft ότι το παιχνίδι ήταν εμπορικά πετυχημένο, η συνεργασία Remedy-Microsoft δε συνεχίστηκε όπως αναμενόταν. Συνέπεια αυτού ήταν η Remedy να στραφεί κυρίως στο mobile gaming για να επιζήσει, ενώ παράλληλα ξεκίνησε την ανάπτυξη ενός single-player τίτλου που θα συνέχιζε αυτό που άφησε στη μέση με το Quantum Break. Αυτή τη φορά όμως, χωρίς τα δεκάδες εκατομμύρια δολλάρια της Microsoft, αλλά με τις πιο περιορισμένες δυνατότητες που έχει το budget μια εταιρίας όπως η 505 Games. Το αποτέλεσμα ονομάζεται Control και θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα στοίχημα για τους Φινλανδούς, καθώς καλούνται να αποδείξουν ότι οι ισχνές εντυπώσεις που άφησε το Quantum Break ήταν απλώς ένα στραβοπάτημα και τίποτε περισσότερο. Αν κερδίζει το στοίχημα, είναι κάτι που θα μάθετε διαβάζοντας τις παρακάτω γραμμές.

Περίεργα πράγματα συμβαίνουν στα ενδότερα του Oldest House

Ευθαρσώς μπορούμε να πούμε ότι η εκκίνηση του Control δημιουργεί ένα μούδιασμα. Η εισαγωγή στον κόσμο του είναι απότομη, η αφήγηση συμπεριφέρεται σαν κάποιος να είναι ήδη γνώστης του lore και αποπειράται να τραβήξει το ενδιαφέρον του παίκτη μέσω αινιγματικών μονολόγων και flashbacks. Ηρωίδα της περιπέτειας είναι η Jesse Faden, μια κοπέλα με αρκετά μυστηριώδες παρελθόν, η οποία μπαίνει από την κεντρική είσοδο ενός κτηρίου της Νέας Υόρκης, ονόματι The Oldest House, που ανήκει στην υπηρεσία Federal Bureau Control (FBC). Η συγκεκριμένη μυστική υπηρεσία ασχολείται με φαινόμενα που ξεφεύγουν από τα πλαίσια του φυσιολογικού, ενώ πειραματίζεται και με «δυνάμεις» που οι κοινοί θνητοί δε γνωρίζουν, αλλά ούτε και θα ήθελαν να μάθουν. Αρχικά, οι προθέσεις της Jesse είναι άγνωστες, παρ’ όλα αυτά η ακατάπαυστη ροή των σκέψεων της και η αποφασιστικότητα της δείχνουν ότι κάτι ψάχνει να βρει σε τούτο εδώ το κτήριο, το οποίο, παρ’ όλο το ψυχρό entrepreneur παρουσιαστικό του, κρύβει πολλά μυστικά. Πάρα πολλά μυστικά.

Τα πράγματα όμως δεν πάνε ακριβώς όπως τα είχε σχεδιάσει η Jesse, καθώς κάτι παράδοξο συμβαίνει στο προσωπικό του The Oldest House. Μια απροσδιόριστη οντότητα με το παρατσούκλι Hiss, έχει καταλάβει το μυαλό των περισσότερων εργαζομένων του κτηρίου, με ελάχιστους να έχουν ξεφύγει από την επιρροή του, χάρη σε μια ιδιαίτερη συσκευή, ενώ η Jesse δείχνει να έχει πλήρη ανοσία σε αυτό. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μετά από μια σειρά από αλλοπρόσαλλα συμβάντα, η Jesse ανακηρύσσεται ως Director του The Oldest House, με τους εναπομείναντες εργαζομένους να την αποδέχονται ως τέτοια, χωρίς πολλές ερωτήσεις.

Ένας από τους (πολλούς τρόπους) που το παιχνίδι επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του.

Η Jesse τώρα καλείται να ανακαλύψει τι συμβαίνει στο The Oldest House, λειτουργώντας σαν Director που δίνει λύσεις για το προσωπικό του, διατηρώντας όμως ως πρωταρχικό στόχο της να βρει «κάτι». Τι είναι αυτό το κάτι, οφείλετε να το ανακαλύψετε μόνοι σας μέσα από το ξετύλιγμα της πλοκής και τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων της, όντας η μισή χαρά του παιχνιδιού. Όμως, πρέπει να ομολογήσουμε ότι η υπόθεση είναι λίγο δυσνόητη και κινείται σε ασαφή πλαίσια, τα οποία για να αρχίσουν να αποκτούν νόημα, θα πρέπει να περάσουν μερικές ώρες παιχνιδιού, αλλά και να μεσολαβήσει αρκετό διάβασμα από τη συλλογή διαφόρων collectibles (έγγραφα, ηχογραφημένες συνομιλίες, βίντεο) που θα βρείτε μέσα στο κτήριο. Η δε επιλογή της Remedy να ξεκινήσει το παιχνίδι «μπουκώνοντας» τον παίκτη με δεκάδες πληροφορίες, δημιουργεί μια άβολη κατάσταση τύπου «τι είναι αυτό που βλέπω τώρα;».

Πάντως, από ένα σημείο και έπειτα, η κατάσταση εξομαλύνεται σημαντικά, αν και για να μπορέσει κάποιος να συλλάβει εξ’ ολοκλήρου τα νοήματα που περιλαμβάνει η ιστορία που έπλασε το μυαλό του Sam Lake (ο σεναριογράφος όλων των παιχνιδιών της εταιρίας, για τους μη γνώστες), θα πρέπει να ξοδέψει πολλή ώρα διαβάζοντας. Εν έτει 2019, δεν είμαστε σίγουροι πόσοι προτίθενται να το πράξουν σε ένα αμιγώς action παιχνίδι, αλλά για όποιον το θέλει, η πληροφορία υπάρχει γραμμένη εκεί μέσα. Οι υπόλοιποι, μπορείτε να περιοριστείτε στα cut-scenes και τις συζητήσεις με τους άλλους χαρακτήρες, ώστε να αποκτήσετε μια ιδέα και να αφοσιωθείτε στα υπόλοιπα στοιχεία του παιχνιδιού, που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα.

The janitor knows…

Πιστό στην παράδοση της εταιρίας, η τρίτου-προσώπου προοπτική είναι παρούσα και στο Control, με τον αίσθηση που αποπνέει ο χειρισμός να μυρίζει “Remedy” από χιλιόμετρα. Άμεσος, ακριβής και χωρίς κωλυσιεργίες, είναι θέμα δευτερόλεπτων να νοιώσετε οικεία μαζί του, ακόμα και όταν το παιχνίδι αποφασίσει να συνδυάσει το κλασικό shooting με τις υπερφυσικές δυνάμεις που αποκτά σταδιακά η Jesse.

Οι πρώτες ώρες του παιχνιδιού δεν απέχουν πολύ από ένα τυπικό third-person shooter παιχνίδι. Η Jesse κινείται στους χώρους του Oldest House, ανταλλάσσοντας πυροβολισμούς με διάφορους possessed τύπους, με αξιοσημείωτη την έλλειψη ενός cover συστήματος. Ως εκ τούτου, οφείλετε να κινείστε συνεχώς, προκειμένου να κάνετε τους εχθρούς σας να αστοχήσουν, μια επιθετική τακτική που ακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού και η οποία όντως λειτουργεί, παρ’ όλο που πιθανόν στην αρχή να μην την εμπιστευτείτε. Βασικό (και θεωρητικά μοναδικό) όπλο που θα κρατήσετε είναι το Service Weapon, ένα όπλο χειρός, που όμως έχει κρυφές χάρες: ως τελευταίας τεχνολογίας κατασκευή, διαθέτει άπειρα πυρομαχικά, φορτίζει από μόνο του και έχει τη δυνατότητα να μετατρέπεται σε διαφορετικού τύπου όπλο, με το πάτημα ενός κουμπιού.

Το Control δεν είναι καθόλου φειδωλό όσον αφορά τη δράση.

Παραδείγματος χάρη, η πρώτη μορφή του Service Weapon είναι εκείνη του απλού πιστολιού, αργότερα όμως θα ξεκλειδώσετε και άλλες, που αντιστοιχούν σε εκείνες ενός submachine gun, ενός shotgun ή ενός grenade launcher. Υπάρχει ο περιορισμός της εναλλαγής μεταξύ μόνο δύο μορφών του όπλου, αλλά το ποιες θα είναι αυτές, είναι κάτι που επιλέγεται πολύ εύκολα και άμεσα.

Η αναβάθμιση του Service Weapon γίνεται μέσω του πατροπαράδοτου τρόπου της συλλογής πρώτων υλών. Τόσο οι φουκαράδες που εξολοθρεύετε όσο και τα δεκάδες γραφεία που συμπληρώνουν το Oldest House, αφήνουν πίσω τους διαφόρων ειδών υλικά, τα οποία σας επιτρέπουν να συνθέσετε τις νέες μορφές του όπλου σας, ενώ πολύ σημαντικό μερίδιο στην όλη υπόθεση έχουν τα mods. Υπάρχουν δεκάδες mods να ανακαλύψετε, τα οποία αν τα τοποθετήσετε στο όπλο σας βελτιώνουν τις επιδόσεις του (γρηγορότερη επαναφόρτιση, μεγαλύτερο damage κοκ), ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι υπάρχουν mods και για την ίδια τη Jesse, που αφορούν πρωτίστως τις υπερφυσικές δυνάμεις της, τις οποίες θα αναφέρουμε παρακάτω. Επίσης, υπάρχει η δυνατότητα να κατασκευάσετε τυχαία mods, πάλι με την κατανάλωση πρώτων υλών, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, δεν το χρειαστήκαμε ποτέ, γιατί παίζοντας απλώς τις βασικές αποστολές του παιχνιδιού, βρήκαμε τόσα πολλά και χρήσιμα mods που δεν ξέραμε τι να πρωτοδιαλέξουμε.

Ένα από τα καλύτερα σημεία του παιχνιδιού.

Για να περάσουμε στην ίδια την Jesse, η κοπελιά, πέρα από αυτά που τη βασανίζουν, κουβαλάει στην πλάτη της και ένα skill tree. Μη φανταστείτε τίποτε πολύπλοκες διακλαδώσεις τύπου δυτικού RPG, απλώς με την ολοκλήρωση κάθε αποστολής κερδίζετε μερικούς πόντους, τους οποίους μπορείτε να εναποθέσετε σε χαρακτηριστικά όπως health, energy και στην ισχυροποίηση των δυνάμεων της Jesse. Η πρώτη και βασικότερη δύναμη της Jesse είναι το Launch, με το οποίο εκτοξεύετε κάθε είδους αντικείμενο στα κεφάλια των εχθρών σας. Όταν λέμε «κάθε είδους», το εννοούμε. Από απλές καρέκλες και κάδους απορριμμάτων, μέχρι τα πλακάκια του πατώματος και τους σοβάδες από τις κολώνες. Το θέαμα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και είναι τόσο απολαυστική η χρήση του που δεν παλιώνει ποτέ.

Από εκεί και πέρα, στην πορεία της η Jesse θα ξεκλειδώσει και άλλες δυνάμεις, όπως το Evade, το Shield, το Seize και το Levitate που λίγο-πολύ είναι αυτοεπεξηγούμενες: το δύο πρώτα να είναι ιδανικά για όταν πέφτει βροχή από σφαίρες και αντικείμενα, το Seize είναι αρκετά χρήσιμο για να αποκτήσετε ένα μικρό σύμμαχο στη μάχη, ενώ η χρήση του Levitate προορίζεται κυρίως για ορισμένα platform σημεία του παιχνιδιού (αν και προσφέρει επιθετικές επιλογές, εφόσον αναβαθμιστεί). Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιες δυνάμεις δεν τις αποκτάτε παίζοντας μόνο τη κεντρική campaign, αλλά ολοκληρώνοντας παράλληλα κάποιες side missions.

Μία απόλυτα φυσιολογική εικόνα για τα δεδομένα του παιχνιδιού.

Δεν διαβάσατε κάτι λάθος. Το Control δεν υιοθετεί εντελώς γραμμικό χαρακτήρα, αλλά διαθέτει μερικές Metroidvania πινελιές, με αρκετές προαιρετικές αποστολές (ορισμένες μάλιστα υπό χρονικό περιορισμό) να συνοδεύουν τη σχεδόν 10ωρη campaign, checkpoints με δυνατότητα fast travel, αλλά και κάμποσο backtracking γεμάτο από κλειστές πόρτες που περιμένουν καρτερικά να τις ανοίξετε, όταν αποκτήσετε το ανάλογο keycard access. Αν και δεν είναι απαραίτητο να ασχοληθείτε με καμία από τις προαιρετικές αποστολές (μπορείτε κάλλιστα να τερματίσετε το παιχνίδι χωρίς να αποκτήσετε π.χ. το Shield), προτείνουμε να μην το κάνετε, καθώς πέρα από το γεγονός ότι θα χάσετε κρίσιμα κομμάτια της υπόθεσης, δεν θα ζήσετε ορισμένα από τα πιο συναρπαστικά boss fights του παιχνιδιού.

Εξάλλου, το παιχνίδι αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις μάχες, όταν συνδυαστούν όλες οι δυνάμεις της Jesse με το shooting. Μπορεί η δομή των μαχών να μην έχει μεγάλη φαντασία και να διακατέχεται από μια λογική αρένας, αλλά και «ασθένειες» παλαιότερων εποχών (respawning των εχθρών, κουτή AI), παρ’ όλα αυτά είναι πολύ διασκεδαστικές και χορταστικές. Η Remedy μάλιστα κατόρθωσε να βρει τη σωστή ισορροπία μεταξύ δυνάμεων και ανθεκτικότητας της Jesse, όντας πανίσχυρη και τρομακτική μεν, αρκετά ευάλωτη και τρωτή δε, αν δε λογαριάσετε κάθε μάχη όπως της αρμόζει.

Ενεργοποιώντας ένα checkpoint, αλλάζει και η διαρρύθμιση του δωματίου που βρίσκεστε.

Εννοείται ότι το Control δεν τα κάνει όλα τέλεια. Το σύστημα checkpoint μπορεί να γίνει ενοχλητικό, καθώς κάποια παρουσιάζονται αραιά μεταξύ τους, ιδιαίτερα προς το τελευταία στάδια του παιχνιδιού, οι «ασθένειες» που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο, αλλά και προβλήματα στην αποκωδικοποίηση του χάρτη, στον οποίο δεν είναι πάντα ευδιάκριτο που ακριβώς βρίσκεται το εκάστοτε σημείο ενδιαφέροντος. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάναμε κύκλους μέχρι εντέλει να αντιληφθούμε που πρέπει να πάμε. Προς τιμήν της, η Remedy έχει αναγνωρίσει το εν λόγω σφάλμα και προτίθεται να το διορθώσει σε επερχόμενο patch, άγνωστο όμως το πότε θα κυκλοφορήσει.

Περνώντας στον τεχνικό τομέα του παιχνιδιού, το Control είναι από τα πρώτα παιχνίδια που κάνουν τόσο εκτεταμένη χρήση της τεχνολογίας RTX της Nvidia στα physics. Αν και το σύστημα δοκιμής (i5 4670, 16GB Ram, 1660Ti) δεν διέθετε κάτι τέτοιο, έστω και χωρίς αυτό, το παιχνίδι είναι εξαιρετικό στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, ένα περιβάλλον που όπως θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι, είναι πολύ δυναμικό και ουκ ολίγες φορές, αλλάζει τη γεωμετρία του.

Η Northlight Engine είναι ικανή για πολύ εντυπωσιακά πράγματα (απλά προσέξτε τα facial animations), κάτι που δε μας το έδειξε στο (κάκιστο) port του Quantum Break, αλλά το αποδεικνύει περίτρανα με το Control. Εκτός των physics, το συνολικό οπτικό αποτέλεσμα είναι αρκετά ικανοποιητικό, με το frame rate να μην ζορίζεται ιδιαίτερα να διατηρήσει υψηλές τιμές, αλλά να πάσχει από το σύνδρομο του stuttering στην περίπτωση που δοκιμάσετε να παίξετε σε DirectX 12 API. Σε DirectX 11 δεν συναντάμε το ίδιο πρόβλημα, εντούτοις το DX12 προσφέρει λίγο καλύτερα frames, ενώ σε μια περιοχή (τη Blackrock Quarry) η διαφορά μεταξύ τους είναι αρκετά εμφανής. Out-of-the-box λύσεις υπάρχουν για το εν λόγω θέμα, λογικά όμως συμπεριλαμβάνεται ήδη στη to-do λίστα της Remedy για τα μελλοντικά patches.

“Χμ, τι είναι τούτο εδώ το πέτρωμα;”

Στα του ήχου, το Control ακολουθεί το μονοπάτι της ατμόσφαιρας, έχοντας κυρίως ambient μουσικά «χαλιά» να συνοδεύουν τη δράση που δεν αποτελούν κάτι το ιδιαίτερο, αλλά αργότερα θα ακούσετε και μερικές ηλεκτρικές κιθάρες, από τους συντοπίτες τους Poets of the Fall και το alter ego τους ως Old Gods of Asgard, σε μια καταπληκτική σεκάνς του παιχνιδιού.

Συνοψίζοντας, το Control είναι αναμφισβήτητα μια ακόμα πολύ καλή στιγμή για τη Remedy. Διαθέτει τη σφραγίδα της φαρδιά-πλατιά (δύσκολα βρίσκει κανείς developer με τέτοια προσωπικότητα), τα ατού του είναι πολύ περισσότερα από τα λάθη του και συνολικά σαν παραγωγή, η ομάδα δείχνει να επανέρχεται στα υψηλά της standards μετά το απλώς συμπαθητικό Quantum Break. Το στοίχημα είναι κερδισμένο.

Ευχαριστούμε θερμά την IGE Group για την παροχή του review code.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 80%

80%

Take Control

Η επιστροφή της Remedy σε υψηλό επίπεδο.

Tags

Γιώργος Δεμπεγιώτης

Συντάκτης-λάτρης των action, shooter, adventure, RPG’s και ενίοτε racing παιχνιδιών, προτιμά κυρίως το single-player gaming. Που και που ξεσπάει σε κανά multi, αλλά δεν το παρακάνει κιόλας.

Related Articles

Leave a Reply

Check Also

Close
Back to top button
Follow on Feedly

Close
Close