REVIEWS

MOONLIGHTER

Η σκληρή ζωή ενός trader

Οι περισσότεροι από τους τακτικούς (και μη) αναγνώστες του Ragequit.gr έχετε σίγουρα παίξει ένα RPG στη ζωή σας. Και σίγουρα έχετε παρατηρήσει ότι σε κάθε περιπλάνηση σας στους διάφορους αφιλόξενους κόσμους του εκάστοτε RPG, οι traders αποτελούν μια όαση «δροσιάς» για τον ταλαιπωρημένο ήρωά σας, καθώς σχεδόν πάντα διαθέτουν κάποιο αξιόλογο αντικείμενο που θα βελτιώσει τα χαρακτηριστικά των ηρώων σας και θα ανανεώσει το ενδιαφέρον σας για τη συνέχεια του παιχνιδιού. Το ερώτημα ταλανίζει πολύ κόσμο είναι πως ακριβώς οι traders κατορθώνουν και βρίσκουν τόσο σπάνια αντικείμενα, ιδιαίτερα αν βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές που δεν κυκλοφορεί ψυχή. Αυτό το ερώτημα απαντά εν μέρει το Moonlighter της νεοσύστατης ομάδας ανάπτυξης Digital Sun, το οποίο τοποθετεί τον παίκτη σε μια άλλη σκοπιά και συγκεκριμένα σε αυτή του trader και στο τεράστιο κόπο που απαιτείται για να διατηρηθεί ένα τέτοιου είδους μαγαζί.

Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα αυτή δεν είναι εντελώς πρωτότυπη, καθώς προηγήθηκε το εξ’ Ιαπωνίας Recettear: An Item Shop’s Tale που υιοθετούσε παρόμοια λογική, παρ’ όλα αυτά το Moonlighter επιχειρεί να καταθέσει την άποψή του γύρω από το shop-management με το δικό του τρόπο. Το παιχνίδι ανήκει στη σφαίρα των roguelike παιχνιδιών, όπου ο ήρωας και ιδιοκτήτης του καταστήματος Moonlighter, ο Will, έχει ένα όνειρο: να ξεκλειδώσει το σφραγισμένο dungeon της πόλης Rynoka όπου κατοικεί, ένα dungeon που κανείς δεν έχει κατορθώσει να επισκεφθεί μέχρι τώρα, κάτι που σημαίνει ότι τα πλούτη που θα περιέχει θα είναι αμύθητα. Για να το κατορθώσει αυτό, θα πρέπει να μαζέψει τέσσερα κλειδιά από τα ισάριθμα dungeons που υφίστανται στη περιοχή, τα οποία όμως φυλάσσονται από πελώρια τέρατα που σίγουρα διαφωνούν με την έννοια της κοινοκτημοσύνης. Συνεπώς, ο μόνος τρόπος για να τα αποκτήσει είναι να το κάνει δια της βίας, γεγονός διόλου εύκολο, όπως συνεχώς τονίζει και ο γραφικός γέροντας της πόλης Zenon. Ο Will, πιστός στο όνειρό του, δεν πτοείται από τέτοιου είδους προειδοποιήσεις, αλλά θα χρειαστεί εξοπλισμό και κυρίως χρήματα για να τα καταφέρει, οπότε τι καλύτερο από το να «τρέξει» το μαγαζί που ίδιος κληρονόμησε από τους προγόνους του;

Μια ήσυχη μέρα στο πόλη…

Όμως, το μαγαζί χρειάζεται προϊόντα για να λειτουργήσει και καθώς δεν υπάρχει επίσημος προμηθευτής μαγικών αντικειμένων, η μόνη λύση είναι ο Will να τα συλλέξει ο ίδιος, κάνοντας νυχτερινές εξορμήσεις στα μυστηριώδη dungeons, τα οποία έχουν τη κακή συνήθεια να αλλάζουν μορφή κάθε φορά που τα επισκέπτεται. Παρ’ όλους όμως τους κινδύνους, μόνο εκεί θα μπορέσει να βρει το loot που χρειάζεται, τόσο από τα πτώματα κάθε είδους εχθρικής απειλής όσο και από το άνοιγμα διαφόρων σεντουκιών.

Εκεί λοιπόν εντοπίζεται το ένα κομμάτι του παιχνιδιού, το combat στοιχείο, το οποίο χωρίς να εντυπωσιάζει με την υλοποίησή του, είναι απολύτως λειτουργικό. Υιοθετώντας ένα στυλ που θυμίζει Zelda και απαιτώντας ελάχιστα κουμπιά (attack, defend, roll και ενεργοποίηση potion), ο Will μετακινείται από δωμάτιο σε δωμάτιο, σκοτώνοντας τυχόν εχθρούς με το σπαθί του (ή κάποιο ranged όπλο) και προσπαθώντας να βρει την έξοδο για τον επόμενο όροφο, όπου στο τρίτο περιμένει το μεγάλο boss του dungeon. Φυσικά, στην αρχή ο ήρωας μας είναι αρκετά ανίσχυρος για να φτάσει μακριά, οπότε στις πρώτες επισκέψεις σας, οφείλετε να μαζέψετε όσο περισσότερο loot χωράει το backpack σας και να επιστρέψετε στη πόλη (μέσω ενός μαγικού pendant). Στη συνέχεια, εφόσον έχει ξημερώσει (το παιχνίδι διατηρεί ένα στοιχειώδες κύκλο day/night), μπορείτε να ανοίξετε το μαγαζί και να πουλήσετε τη πραμάτεια σας στους πελάτες που σύντομα θα αρχίσουν να σκάνε μύτη. Κοινώς, ερχόμαστε στο δεύτερο κομμάτι του παιχνιδιού, το shop-management.

Μόλις μάθετε το μοτίβο τους, οι μάχες με τα τέρατα δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολες.

Το πόσο θα πουλήσετε το κάθε αντικείμενο, είναι μία από τις προκλήσεις του παιχνιδιού, καθώς πρακτικά δεν έχετε ιδέα για τις τιμές που «τρέχουν» στην αγορά. Η μόνη λύση είναι να βάλετε μια τυχαία τιμή (κατά προτίμηση υψηλή) και ανάλογα με τις εκφράσεις/ γκριμάτσες των πελατών, να μειώσετε ή να αυξήσετε ανάλογα την τιμή τους. Με αυτό το τρόπο θα είστε σύντομα σε θέση να αυξήσετε το εισόδημά σας, ορίζοντας κάθε φορά τις πρέπουσες τιμές (ούτε να σας πιάνουν «κορόιδο», αλλά ούτε να είστε «φαρμακείο»), αλλά θα πρέπει να προσέξετε και κάποιες άλλες παραμέτρους, όπως να μην πουλάτε συνεχώς το ίδιο προϊόν σε μεγάλες ποσότητες, γιατί έτσι η αξία του θα πέφτει, αλλά και να κρατάτε μερικά προϊόντα για τον εαυτό σας, καθώς είναι απαραίτητα για την αναβάθμιση του δικού σας εξοπλισμού.

Η αναβάθμιση του εξοπλισμού πραγματοποιείται με το αζημίωτο τόσο σε gold όσο και σε loot, από το σιδεράδικο της περιοχής (το οποίο αρχικά πληρώνετε για να το φέρετε στη πόλη σας), ενώ υπάρχει ακόμα μια Enchantress που ειδικεύεται στην βελτίωση του ήδη υπάρχοντος εξοπλισμού και στη κατασκευή πολύτιμων potions. Αργότερα στο παιχνίδι προστίθενται και άλλοι μαγαζάτορες, όπως για παράδειγμα ο Le Retailer που είναι πρακτικά ανταγωνιστής σας, αλλά σας βοηθά να έχετε μια άλφα εικόνα για τις τιμές διαφόρων προϊόντων στην αγορά.

Η διαχείριση ενός καταστήματος δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Το νου σας στις τιμές και στις γκριμάτσες των πελατών!

Πρακτικά, το Moonlighter αποζητά συνεχώς από τον παίκτη να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των προϊόντων που θα αποφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος και αυτών που θα βοηθήσουν τον Will να φτάσει επιτυχώς στο πέμπτο dungeon του παιχνιδιού. Το ρίσκο εντοπίζεται σε κάθε run που θα πραγματοποιήσετε, καθώς πέρα του ότι ο σχεδιασμός των dungeon είναι τυχαίος, εξίσου τυχαίο είναι το loot που θα βρείτε και θα τοποθετήσετε στο αρκετά περιορισμένο inventory σας. Τα πράγματα δεν θα αργήσουν να δυσκολέψουν, καθώς υπάρχουν αντικείμενα με κατάρες, που έχουν συνέπειες στα κοντινά αντικείμενα του inventory (π.χ. τα καταστρέφουν όταν επιστρέψετε στη πόλη ή μετατρέπονται σε κλώνους των «καταραμένων»), οπότε καλείστε να πάρετε ζόρικες αποφάσεις σχετικά με το τι θα κρατήσετε τελικά και τι όχι. Αν συνυπολογίσετε το γεγονός ότι σε περίπτωση που σκοτωθείτε, χάνετε όλα τα αντικείμενα που είχατε πάρει μέχρι εκείνη τη στιγμή (πλην εκείνων που τοποθετούνται στη πρώτη σειρά), σημαίνει ότι θα πρέπει να λάβετε πολλά πράγματα υπόψη σας, πριν αποφασίσετε αν θα ρισκάρετε και θα ανεβείτε στον επόμενο όροφο ή θα «παίξετε» με ασφάλεια και θα επιστρέψετε στη πόλη για να πουλήσετε.

Εννοείται ότι όσο προοδεύετε στο παιχνίδι, που οι απαιτήσεις σε χρυσό αυξάνονται εκθετικά, θα χρειαστεί να επενδύσετε τα χρήματα σας σε ανακαίνιση του καταστήματος σας. Συνέπεια αυτού είναι να έρχονται περισσότεροι πελάτες, με ακόμα πιο «χοντρό» πορτοφόλι, να προστίθεται η δυνατότητα να τοποθετείτε περισσότερα αντικείμενα ταυτόχρονα προς πώληση, ακόμα και με τυχόν εκπτώσεις και προσφορές, αλλά παράλληλα το μαγαζί αρχίζει να τραβά τη προσοχή και των ελαφροχέρηδων, οπότε θα πρέπει να έχετε το νου σας και σε τέτοιους τύπους.

Εδώ παίρνονται οι πιο σκληρές αποφάσεις. Τι αφήνουμε πίσω και τι κρατάμε;

Όπως γίνεται αντιληπτό, το Moonlighter τολμάει να συνδέσει δύο ετερόκλητα είδη παιχνιδιού και σε γενικές γραμμές, το εγχείρημα κρίνεται ως επιτυχημένο. Μόλις εξοικειωθείτε με τους μηχανισμούς του, το παιχνίδι γίνεται αρκετά εθιστικό και θα σας προκαλέσει να αφιερώσετε δεκάδες ώρες μαζί του μέχρι να το ολοκληρώσετε, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Για παράδειγμα, η όλη υπόθεση με τις τιμές των προϊόντων δεν είναι τόσο δύσκολη όσο δείχνει αρχικά, καθώς μόλις πιάσετε το νόημα, τα χρήματα θα εισπράττονται με τη σέσουλα χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, ενώ ακόμα και το combat στοιχείο του παιχνιδιού, τα πράγματα δεν βελτιώνονται θεαματικά και παραμένει στη κατηγορία του απλώς «λειτουργικού». Το μεγαλύτερο ελάττωμά του είναι το grinding που τελικά απαιτεί για να προχωρήσετε παρακάτω, καθώς από ένα σημείο και έπειτα τα ποσά και τα υλικά που απαιτούνται για καλύτερο εξοπλισμό είναι πραγματικά πολλά, οπότε το μοτίβο «επίσκεψη-σε-dungeon/επιστροφή-στη-πόλη» μπορεί να γίνει λίγο κουραστικό. Αν και για ένα roguelike παιχνίδι είναι μάλλον λογικό, έτσι δεν είναι;

Το σεντούκι θα ανοίξει μόνο αν ο Will δεν απειλείται. Έστω και στοιχειωδώς…

Ομολογουμένως, οι άνθρωποι της Digital Sun έχουν μπόλικο μεράκι για το πρωτότοκο «παιδί» τους, αφενός με το υπέροχο pixel-art οπτικό τομέα του (το animation είναι αξιολάτρευτο) και το πανέμορφο soundtrack που περιλαμβάνει, αφετέρου με τη διάθεση που δείχνουν να εμπλουτίσουν το παιχνίδι τους με τακτικά content patches. Σε κάθε περίπτωση, αν αρέσκεστε στα roguelike παιχνίδια και σας εξιτάρει η ιδέα της διαχείρισης ενός καταστήματος ή ακόμα και αν θέλετε να δοκιμάσετε κάτι ιδιαίτερο, μακριά από τα συνηθισμένα indie games, το Moonlighter αποτελεί μια αξιόλογη πρόταση.

Αν θέλετε να ανοίξετε μαγαζί αλλά και ενισχύσετε το Ragequit.gr μπορείτε να αγοράσετε το Moonlighter από το  GOG.com  ή τοHumble Store, ακολουθώντας τους αντίστοιχους συνδέσμους.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 78%

78%

Why not?

Μάχες και διαχείριση καταστήματος, σε ένα πακέτο.

Tags

Sephir

Συντάκτης από αρχαιοτάτων χρόνων, ο Γιώργος Δεμπεγιώτης διάβαζε τα reviews που έγραφε μοναχός του από την τρυφερή ηλικία των 12 ετών (δεν θέλετε να τα διαβάσετε), ενώ δεν περνά μέρα χωρίς να ασχοληθεί με το πολυαγαπημένο του PC. Λάτρης των action, shooter, adventure, κλασικών RPG’s, ενίοτε αθλητικών/racing παιχνιδιών και προτιμά (για τις gaming δραστηριότητες μιλάμε...) το μοναχικό παιχνίδι. Που και που ξεσπάει σε κανά multi (FPS κατά προτίμηση), αλλά δεν το παρακάνει κιόλας.

Related Articles

Leave a Reply

Follow on Feedly

Close
Close