
Ο πρωταγωνιστής του πρώτου Dying Light επιστρέφει σε μια καινούρια περιπέτεια που η Techland θεωρεί όχι standalone expansion αλλά πλήρες sequel. Με νέο setting, νέο/παλιό πρωταγωνιστή και αρκετές βελτιώσεις σε σχέση με το Dying Light 2: Stay Human, το Τhe Beast συνεχίζει και εξελίσσει την γνωστή συνταγή της σειράς με έναν πολύ πειστικό τρόπο και αποδεικνύει ότι οι developers έχουν ακόμη φρέσκες ιδέες στο μυαλό τους για το μέλλον του franchise.

Τι απέγινε τελικά ο Kyle Crane; Με αυτό το ερώτημα είχαμε μείνει στο τέλος του Dying Light: The Following και επιτέλους θα πάρουμε απάντηση αρκετά χρόνια μετά. Η εισαγωγή του The Beast αποκαλύπτει ότι ο Kyle είχε πέσει στα χέρια ενός παρανοϊκού δικτάτορα ονόματι The Baron, ο οποίος τον χρησιμοποιούσε ως πειραματόζωο στην προσπάθειά του να ξεκλειδώσει τα μυστικά του ιού των ζόμπι και να τον εκμεταλλευτεί για τους δικούς του σκοτεινούς σκοπούς. Η ελπίδα για απόδραση έμοιαζε φρούδα ώσπου ένα αναπάντεχο συμβάν στο υπόγειο εργαστήριο του Βαρόνου δίνει την ευκαιρία στον πρωταγωνιστή μας να αποδράσει. Βλέποντας για πρώτη φορά τον έξω κόσμο μετά την πολυετή αιχμαλωσία του ο Kyle νιώθει την φλόγα της εκδίκησης και, με την βοήθεια των επιζώντων της περιοχής που στενάζουν υπό τον ζυγό του The Baron, βάζει ως στόχο να τον κάνει να πληρώσει για τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλε.

Το στυλ αφήγησης στο Dying Light: The Beast και η εξέλιξη της πλοκής θυμίζουν περισσότερο το πρώτο παιχνίδι της σειράς παρά το sequel, Stay Human, καθώς αυτή την φορά το στοιχείο των choices and consequences δίνει την θέση του σε μια πιο straightforward ιστορία εκδίκησης. Αναλόγως του πώς υποδεχθήκατε το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του Stay Human μπορεί να δείτε το The Beast είτε ως επιστροφή στην επιτυχημένη συνταγή είτε ως πισωγύρισμα, σε κάθε περίπτωση πάντως η ποιότητα του γραψίματος τόσο στην main plot όσο και στα sidequests έχει παραμείνει σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Το ίδιο ισχύει για το voice acting και γενικά για την ηθοποιία των διάφορων χαρακτήρων, για τον σχεδιασμό του open world και για το environmental storytelling. Όλα τα παραπάνω συνεισφέρουν στο χτίσιμο του πολυπόθητου immersion, στην αίσθηση που δημιουργείται στον παίκτη ότι βρίσκεται εντός του κόσμου του παιχνιδιού και δεν κοιτάει απλά μια οθόνη. Η περιπλάνηση στην κοιλάδα και στον κατεστραμμένο πλέον ανθρώπινο πολιτισμό γεννά συναισθήματα μελαγχολίας, ενώ αν δεν προλάβετε να επιστρέψετε σε κάποια safe zone πριν σας πιάσει η νύχτα τότε θα ζήσετε έντονες στιγμές τρόμου με τον θάνατο να παραμονεύει σε κάθε γωνία.

Το ίδιο ικανοποιημένος έμεινα και από το gameplay, με μια μικρή εξαίρεση στην οποία θα αναφερθώ παρακάτω. Τα κανονικά zombies διατηρούν τα χαρακτηριστικά τους όπως τα γνωρίσαμε στα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, όχι ιδιαίτερα απειλητικά σε μικρούς αριθμούς αλλά απολύτως θανατηφόρα αν καταφέρουν να σας στριμώξουν, αλλά οι διάφορες κατηγορίες από special volatiles και τα πολλαπλά bosses θα δοκιμάσουν τις ικανότητές σας. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι το Dying Light: The Beast υποστηρίζει πλήρες co-op στην campaign οπότε αν νιώθετε φόβο όντας alone in the dark μπορείτε ανά πάσα στιγμή να στρατολογήσετε φίλους ή γνωστούς για ένα χεράκι βοήθειας. Τα melee όπλα συνεχίζουν να προσφέρουν απολαυστική βαρβαρότητα, με κάθε χτύπημα να αφήνει εμφανή σημάδια στα σώματα των zombies και τα πιο ισχυρά όπλα κυριολεκτικά να τα κατακρεουργούν, και πλέον προστίθενται και αυξημένες επιλογές για ranged combat με πυροβόλα όπλα, τόξα, crossbows και άλλα διασκεδαστικά πράγματα που θα σας αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι σας.


Το μικρό παράπονο που έχω από το gameplay αφορά το σήμα κατατεθέν της σειράς, την περιήγηση στον open world και το parkour σε τοίχους και ταράτσες. Πριν αναφερθώ στη συγκεκριμένη λεπτομέρεια να διευκρινίσω ότι το νέο setting του Castor Woods είναι πολύ όμορφο και ο χάρτης, αν και σαφώς πιο συμμαζεμένος σε σχέση με το Dying Light 2: Stay Human, περιλαμβάνει ουκ ολίγα σημεία ενδιαφέροντος για εξερεύνηση και looting. Έμεινα ωστόσο με την εντύπωση ότι το στοιχείο του parkour θα μπορούσε να είχε δουλευτεί λίγο περισσότερο καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις δεν κατάφερνα να σκαρφαλώσω σε σημεία που με το μάτι φαινόταν προσβάσιμα. Για παράδειγμα, ένας πέτρινος τοίχος που οπτικά φαινόταν να έχει μεγάλες εσοχές από τις οποίες άνετα θα μπορούσε κάποιος να πιαστεί, για την λογική του παιχνιδιού ήταν ένας ευθύς τοίχος που δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω. Νομίζω δηλαδή ότι στο πρώτο Dying Light ήταν κάπως πιο εύκολο να αναπτύξεις ταχύτητα και να κάνεις συνεχές parkour χωρίς να χάσεις μομέντουμ λόγω ενός σημείου που τελικά αποδείχθηκε μη… σκαρφαλώσιμο. Μια ιδέα για το Dying Light 3, ίσως ένα σύστημα που θα επέτρεπε το ελεύθερο σκαρφάλωμα σχεδόν παντού με την χρήση της stamina bar για λόγους balancing.


Σε άλλα πιο τεχνικά θέματα θα ήθελα να κάνω ειδική μνεία στην μηχανή γραφικών του παιχνιδιού και ειδικότερα στην απόδοση που προσφέρει ακόμη και σε σχετικά low-end μηχανήματα. Έπαιξα το Dying Light: The Beast σε laptop με επεξεργαστή AMD, 16 GB RAM και κάρτα γραφικών RTX 3060 με 6 GB VRAM. Σε ανάλυση 1080p και με ελαφρύ upscaling είχα πολύ σταθερά 60 fps με τις περισσότερες ρυθμίσεις στο high. Σε μια εποχή που πολλά παιχνίδια μαστιγώνουν τα PCs μας χωρίς αντίστοιχο οπτικό αποτέλεσμα (εσένα κοιτάω στραβά, Unreal Engine 5) ένιωσα μεγάλη χαρά που είδα ένα παιχνίδι να απεικονίζει εκτενή open world και μάχες με πολλούς χαρακτήρες χωρίς σοβαρά προβλήματα απόδοσης. Μπράβο Techland, και εδώ όμως με έναν μικρό αστερίσκο: Αν έχετε κάρτα γραφικών με περιορισμένη VRAM όπως εγώ ενδέχεται να αντιμετωπίσετε προοδευτικά μειωμένη απόδοση όσο παίζετε αν βάλετε τα textures στο High, καθώς φαίνεται να υπάρχει κάποιο είδους memory leak που γεμίζει σταδιακά την VRAM και πρέπει να διορθωθεί. Βάζοντας τα textures στο medium ή βγαίνοντας στο κεντρικό μενού και φορτώνοντας ξανά το save το πρόβλημα λύνεται, ωστόσο θα πρέπει να δοθεί οριστική λύση διότι μπορεί να είστε εν μέσω κάποιας boss fight ή να μην μπορείτε να κάνετε load χωρίς να χάσετε in-game progress.

Η συνολική αίσθηση που μου άφησε το Dying Light: The Beast είναι ότι πρόκειται για ένα ποιοτικό sequel που χωρίς να καινοτομεί ιδιαίτερα με μεγάλα νέα features, βελτιώνει πολλά μικρά πράγματα της όλης εμπειρίας με αποτέλεσμα ένα συνολικά ανώτερο αποτέλεσμα. Μπορεί να μοιάζει πιο “μικρό” από το Dying Light 2 λόγω του μικρότερου χάρτη και του λιγότερο φιλόδοξου storytelling αλλά νομίζω ότι το στοιχείο αυτό λειτουργεί εν πολλοίς προς όφελος του παιχνιδιού καθώς περιορίζει την πιθανή κόπωση από open world bloat και κατά συνέπεια δίνει μια έξτρα φρεσκάδα. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια πολύ καλή αγορά για τους οπαδούς της σειράς φυσικά, για τους λάτρεις των open world action και οπωσδήποτε για όσους θέλουν να γιορτάσουν το Halloween με ένα ποιοτικό zombie horror game.









ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 87%
87%
Ένα δυνατό sequel και μια ποιοτική προσθήκη στο είδος των open world action games.




