
Βουτώντας στα σκοτεινά νερά του Alan Wake 2
This story is a monster. Και θα μας στοιχειώνει για καιρό...
Το ότι θα διαβάζατε όχι ένα, αλλά δύο άρθρα από το αγαπημένο σας site, μέσα σε 2 μόλις χρόνια από όταν η Remedy μοίρασε σε εμάς τους κοινούς θνητούς τον άρτο του Alan Wake 2, δε θα το περιμένατε. Ούτε εγώ, εδώ που τα λέμε… Πως γίνεται όμως να μη μιλήσεις για αυτή την ανεπανάληπτη εμπειρία, που μόνο με περιπτώσεις όπως του Απόλυτου μπορεί να συγκριθεί; Πως να αποτυπώσω τις σκέψεις μου χωρίς να φαίνονται ακατάληπτες κραυγές αποθέωσης; Αυτό που θα διαβάσετε στη συνέχεια είναι η προσπάθεια να μπουν σε μια λογική σειρά οι εντυπώσεις μου. Κυρίως όμως οι σκέψεις που μου έβαλε η ιστορία του κομψοτεχνήματος που έστησαν ο απόλυτος madlad, Sam Lake και η ομάδα του από το Espoo.
Η αρχή θα γίνει με το gameplay. Κρίνω σκόπιμο να το χωρίσω σε 2 σκέλη. Το πρώτο θα είναι η γκρίνια / εγώ θα το έκανα καλύτερα, και το δεύτερο ο έπαινος / πόσα στοιχεία μπορούμε να χωρέσουμε ώστε ο παίκτης να νιώθει τέτοια ικανοποίηση που να μη σταματά να παίζει. Η ιστορία θα είναι το κυρίως πιάτο, σερβιρισμένο στο τέλος και πλούσιο σε… spoilers, οπότε όσοι δεν αντέχετε τέτοιες συγκινήσεις καλύτερα να το αφήσετε για αργότερα. Άλλωστε ο σκοπός του κειμένου αυτού είναι να σκαλίσει τη φλόγα της συζήτησης για το τι είδαμε μέσα από τα μάτια των 2 πρωταγωνιστών. Εκτίμηση μου είναι ότι θα συζητιέται για αρκετό καιρό ακόμα (τουλάχιστον μέχρι να βγει το τρίτο μέρος), όπως είχε γίνει για άλλους εκπροσώπους της κατηγορίας που τσουρούφλισαν το μυαλό και την καρδιά μας, όπως το πρώτο AW βεβαίως ή το Silent Hill 2. Θα αναρωτηθείς τακτικέ αναγνώστη, δεν έχω διαβάσει κάποια κάπου αλλού; Μήπως ήταν ένα προσχέδιο; Άλλωστε, το εγχείρημα είναι σπείρα, όχι λούπα, σωστά;

Οι εχθροί, κυριευμένοι από το σκοτάδι, επιβλητικοί, αλλόφρονες. Αλλά φαίνεται πως το σκοτεινό πέπλο λειτουργούσε και ως καμουφλάζ. Δεν εξηγείται πως οι σφαίρες μας, σε ορισμένες περιπτώσεις σφύριζαν γύρω τους. Μας κυρίεψε ο φόβος; Μας αποσυντόνισαν οι μονότονες – dead inside – φράσεις τους (“played cards in the general store”, “ride the percolator” κ.α.); Δεν είναι δα και τόσο αεικίνητοι – με κάποιες εξαιρέσεις. Ευτυχώς το πέπλο δεν κάλυπτε όλα το σώμα τους. Ευτυχώς, υπήρχε και το crossbow το οποίο διαπερνούσε το σκοτάδι (προφανώς η Dark Presence δεν πρόβλεψε τα πρωτόγονα όπλα, κάτι που μη ειρωνικά μπορεί να μην απέχει και πολύ από την αλήθεια, σύμφωνα με μια σκηνή σε ένα από τα DLC). Σημαντική λεπτομέρεια όταν είχαμε ήδη σπαταλήσει φωτοβολίδες ή χειροβομβίδες κρότου λάμψης για μια ομάδα Takens και μέχρι να ξεπαστρέψουμε κάνα δυο, οι άλλοι της παρέας ήταν ξανά “θωρακισμένοι”. Στοιχεία όπως αυτό ή ότι οι flashbangs δεν τους εξαΰλωναν όπως στην πρώτη περιπέτεια, συνηγορούν σε μια Dark Presence που φούσκωνε και απλωνόταν σαν μανιασμένο ντουμάνι. Από πρακτικής άποψης; Ίσως ενοχλητικό. Ο φακός επιπροσθέτως έμοιαζε να λειτουργεί με σωμένες μπαταρίες. Περισσότερο τους εξαγρίωνε, παρά τους τύφλωνε (εξαιρερουμένης της λειτουργίας boost) όπως παλιά.

In the darkness of the night
Μια ιστορία τρόμου θα πρέπει εκ προοιμίου να προκαλεί πανικό, να αγχώνει. Κάποιες φορές, αυτό δε γίνεται για τους σωστούς λόγους. Ο κυριότερος από αυτούς η διαχείριση των εργαλείων επιβίωσης. Μπορεί να μην είναι ρεαλιστικό να ψαχουλεύεις το πανωφόρι σου για το όπλο φωτοβολίδων ενώ προσπαθείς να κρεμάσεις το τουφέκι στον ώμο, αλλά σε εμπειρίες όπως η παρούσα όπου μια ομάδα μανιακών με τσεκούρια και ματσόλες θέλουν να σε πονέσουν, γίνονται κάποιοι συμβιβασμοί. Κάποια χρυσή τομή. Το weapon wheel δεν είναι μία από αυτές, όταν πάνω του είναι και τα διάφορα αναλώσιμα. Κάτι πιο intuitive από την απομνημόνευση των shortcuts και το διπλό πάτημα πλήκτρων για κάνουμε κάτι άμεσα προσβάσιμο, θα βοηθούσε. Όπως φερειπείν, ξεχωριστά πλήκτρα για health αντικείμενα ή flares. Μια κραυγή απόγνωσης διατάραξε την επιφάνεια της Cauldron Lake…

Τα περισσότερα από αυτά γινόντουσαν αντιληπτά από τη μεριά της ομοσπονδιακής πράκτορος. Στην πλευρά του συγγραφέα, με την κατάλληλη επιλογή στις Words of Power, γινόμασταν ένα με τις σκιές, οπότε τα encounters κατέληγαν συνήθως θέμα επιλογής. Αν θεωρήσουμε πως η κορυφή του είδους σε αυτό τον τομέα είναι οι σύγχρονες εκδοχές των κλασικών Resident Evil, και ειδικά το τέταρτο μέρος, τότε το Alan Wake 2 βρίσκεται ένα-δυο σκαλοπάτια πιο κάτω. Δεν είναι όμως όλα τα πράγματα… σκοτεινότερα εδώ. Το dodge λειτουργούσε όπως έπρεπε, η διαφυγή μέχρι την επόμενη πηγή λυτρωτικού φωτός εφικτή επίσης. Η αντοχή στο τρέξιμο ισοδύναμη με μανιώδους καπνιστή μας άφησε χρόνους, ενώ με ελάχιστες εξαιρέσεις δεν είχαμε να κάνουμε με ορδές εχθρών που μας καταδίωκαν ανελλιπώς. Τέλος, στα πλαίσια μιας πιο ακριβοθώρητης παραγωγής, τα animations και η αίσθηση στο χειρισμό του χαρακτήρα ήταν αναβαθμισμένες σε σχέση με του προκατόχου του.




