REVIEWS

VAMBRACE: COLD SOUL

Τα (σκοτεινά) φαινόμενα απατούν

Να ξεκινήσουμε κατευθείαν με  τον ελέφαντα στο δωμάτιο; Η χαριτωμένη αυτή φράση των Αμερικάνων περιγράφει ένα προφανές θέμα που όμως κάποιος μπορεί να επιλέγει να αγνοεί. Ο ελέφαντας στην περίπτωσή μας είναι φυσικά το Darkest Dungeon. Η πηγή έμπνευσης του Vambrace, το μοντέλο πάνω στο οποίο στήθηκε το gameplay και, καλώς ή κακώς, ο τίτλος με τον οποίο θα πρέπει αναγκαστικά να συγκριθεί το παιχνίδι της Devespresso Games. Ίσως είναι δημοσιογραφικό faux-pas να ανοίγει το review με αυτή τη σύγκριση αντί για την ανάλυση του παιχνιδιού ως αυτόνομο προϊόν, αλλά είπαμε: Ελέφαντας. Δωμάτιο. Όταν οι ομοιότητες είναι (επιφανειακά) τόσο πολλές, από το στυλ των γραφικών έως τα θεμελιώδη στοιχεία του gameplay, η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. 

Το Vambrace λοιπόν δεν είναι Darkest Dungeon. Ούτε στη ροή του παιχνιδιού, ούτε (ας είμαστε ειλικρινείς) στην ποιότητα. Είναι όμως ένας… ενδιαφέρον τίτλος, με πολλές μικρές ιδιοσυγκρασίες, που δεν αποκλείεται να βρει το δικό του κοινό ανάμεσα στους gamers, ιδίως σε εκείνους που θα προτιμούσαν κάτι πιο story-driven αντί για το random χάος και το έμμεσο storytelling του Darkest Dungeon. Η προσπάθεια των developers να χαράξουν τη δική τους πορεία μακριά από τη σκιά του παιχνιδιού της Red Hook Studios προσκρούει τελικά σε αναπάντεχα εμπόδια: Όχι στο μείγμα μεταξύ της εξιστόρησης τύπου visual novel και του κλασικού turn-based combat gameplay, αλλά στην ποιότητα εκτέλεσης των επιμέρους στοιχείων του μείγματος. 

Η παρουσίαση της ιστορίας θυμίζει έντονα το στυλ των visual novels.

Η ιστορία μας ξεκινά όταν μία μικρή ομάδα στρατιωτών του παγωμένου οικισμού Dalearth της πόλης Icenaire βρίσκει σε μία από τις εφόδους της μία νεαρή γυναίκα σε ημιθανή κατάσταση. Η γυναίκα αυτή είναι η πρωταγωνίστριά μας και έχει (φυσικά) βαθείς και στενούς δεσμούς με το παρελθόν αλλά και το μέλλον της πόλης, καθότι η δεσποινίδα μας είναι η μόνη που μπορεί να καταπολεμήσει την κατάρα του ψύχους και να διαπεράσει τους τεράστιους τοίχους από πάγο που έχουν αποκόψει τους κατοίκους από τον έξω κόσμο. Η αποστολή της, και η δική σας ως παίκτες, συνίσταται στην καταδίωξη των υπευθύνων αυτής της κατάρας μέσω προγραμματισμένων επιδρομών σε συνοικίες της πόλης. Επιλέξτε την ομάδα σας, εξερευνήστε σοκάκια και συνοικίες, μαζέψτε προμήθειες για crafting και έσοδα, λύστε κανένα sidequest αν βρείτε την ευκαιρία και, προπάντων όλων, μην πεθάνετε!

O οικισμός του Dalearth είναι το μόνο σας καταφύγιο από το κρύο και τους κινδύνους της Icenaire.

Τα κύρια στοιχεία που το Vambrace δανείζεται από το Darkest Dungeon είναι η πόλη-καταφύγιο, οι επιδρομές σε randomized “μπουντρούμια” και οι turn-based μάχες, όμως οι developers έχουν προσθέσει τις δικές τους πινελιές στο καθένα από αυτά. Ξεκινώντας από την πόλη στην οποία θα φροντίζετε για τα της προετοιμασίας της επόμενης επιδρομής, είναι βέβαιο ότι θα δαπανήσετε τον περισσότερο χρόνο στις συνομιλίες με τους διάφορους NPCs που πνίγουν τον πόνο τους στην ταβέρνα, ηγούνται κάποιας από τις φυλές της Icenaire ή έχουν να προσφέρουν κάποια άλλη υπηρεσία. Η παρουσίαση των διαλόγων θυμίζει έντονα visual novel σε αισθητική αλλά δυστυχώς δεν περιλαμβάνονται καθόλου ομιλίες, οπότε η ανάγκη για συχνή ανάγνωση ενδεχομένως να κουράσει. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η απουσία voiceovers όσο η μέτρια ποιότητα των διαλόγων. Οι περισσότεροι χαρακτήρες δεν ξεφεύγουν από τα γνωστά fantasy κλισέ, με αποτέλεσμα από ένα σημείο και μετά να πιάσω τον εαυτό μου να κάνω skip τους διαλόγους για να προχωρήσω στο gameplay. Το ίδιο ισχύει και για τα προσφερόμενα sidequests: Χρήσιμα μεν για πιθανό loot, εντελώς συνηθισμένα και προβλέψιμα δε. 

Μία ασφαλώς γνώριμη εικόνα για τους οπαδούς του Darkest Dungeon.

Η εξερεύνηση και η μάχη, από την άλλη, πλήττονται λόγω της έλλειψης βάθους. Χρησιμοποιώντας και πάλι το Darkest Dungeon ως σημείο σύγκρισης, στο Vambrace παρατήρησα σαφώς μικρότερη ποικιλία σε εχθρούς, abilities, περιβάλλοντα, encounters και events. Από το παιχνίδι λείπει το… τυράκι που θα δελεάσει τον παίκτη να προσπαθήσει άλλη μια φορά, να παίξει άλλα δέκα λεπτά, να δοκιμάσει άλλον ένα συνδυασμό χαρακτήρων και εξοπλισμού. Βεβαίως η σχετική έλλειψη βάθους έχει και τα καλά της καθώς είναι σαφέστατα πιο εύκολο να καταλήξετε σε μία σύνθεση ομάδας που θα σας βγάλει ασπροπρόσωπους αργά ή γρήγορα.

Η αντιμετώπιση του boss κάθε κεφαλαίου προϋποθέτει την εξερεύνηση πολλαπλών dungeons χωρίς διακοπή. Μεγάλη πίκρα!

Μάλλον αργά όμως, γιατί οι πρώτες ώρες του παιχνιδιού (συγγνώμη για την αγοραία έκφραση) με ξεπάτωσαν. Μέχρι να καταφέρετε στην αρχή του παιχνιδιού να μαζέψετε τα απαραίτητα resources ώστε να αγοράσετε ή να κάνετε craft πολύτιμα trinkets που θα δώσουν ώθηση στις ικανότητες της ομάδας σας, θα φάτε απανωτές ήττες και πιθανότατα θα παίξετε τις randomized πίστες του πρώτου Chapter ξανά και ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να φτάσετε επιτέλους στο boss. Το permadeath είναι αυτονόητο, ωστόσο το καλό είναι ότι οι μονάδες σας δεν ανεβαίνουν level (η βελτίωσή τους εξαρτάται αποκλειστικά από τα relics με τα οποία θα τους εξοπλίσετε) οπότε η απώλεια ενός χαρακτήρα δεν έχει μεγάλη σημασία. Η μόνη που εξαιρείται από τον κανόνα του μόνιμου θανάτου είναι η πρωταγωνίστρια η οποία εάν πεθάνει γίνεται απλώς respawn πίσω στην πόλη. Είναι επίσης η μόνη που έχει ένα (υποτυπώδες) levelling up system μέσω της απόκτησης κάποιων perk points σε προκαθορισμένα σημεία της πλοκής. 

Οι διαθέσιμες abilities για κάθε χαρακτήρα είναι μόλις δύο, επομένως το combat system δεν έχει ιδιαίτερο βάθος.

Τα θετικά του Vambrace: Cold Soul έχουν ως εξής: Υπέροχος εικαστικός τομέας, όπως είναι άλλωστε προφανές από τις εικόνες, μία περισσότερο story-driven campaign για όσους προτιμούν αυτό το είδος παιχνιδιού, μπόλικες ώρες gameplay άρα και ικανοποιητικό value for money. Από την άλλη έχουμε τα αρνητικά: Μικρό σχετικά βάθος, μετριότητα στο γράψιμο και τα quests, σαφώς μικρότερο replayability σε σχέση με το Darkest Dungeon, προβλήματα στην ισορροπία της δυσκολίας που καθιστούν ειδικά τις πρώτες ώρες βασανιστικές. Για να είμαι ειλικρινής, εάν δεν έπρεπε να επιμείνω λόγω του review ίσως να τα είχα παρατήσει προτού ολοκληρώσω το Chapter 1. Μετά βρήκα τα βήματά μου, πρόσθεσα πολύτιμα αντικείμενα στην ομάδα μου και αντιμετώπισα σαφώς λιγότερα προβλήματα, όμως η εκκίνηση ήταν τόσο κουραστική που ως ένα βαθμό αδικεί και το υπόλοιπο παιχνίδι. Θα τονίσω το θέμα αυτό στην ενημέρωση για το review προς τους developers και ελπίζω ότι θα προχωρήσουν στις απαραίτητες αλλαγές. 

Μην παραμελήσετε το crafting. Τα relics (το αντίστοιχο των trinkets) είναι απολύτως καθοριστικά για την ενίσχυση της ομάδας σας/

Ως έχει αυτή τη στιγμή, το παιχνίδι κρίνω πως έχει στηθεί σε στέρεες βάσεις όμως η υλοποίηση των επιμέρους χαρακτηριστικών του δεν έγινε με την ίδια προσοχή. Αρκετά από τα προβλήματα μπορούν να διορθωθούν με patches που θα προσθέτουν περιεχόμενο και θα βελτιώνουν το balancing, όμως στοιχεία όπως η μέτρια εξιστόρηση και τα συνήθως βαρετά sidequests δεν πρόκειται να αλλάξουν μέχρι κάποιο expansion ή sequel. Επομένως αναγκάζομαι να προτείνω την αγορά του σε κάποια μελλοντική sale και αφού θα έχετε πρώτα “χορτάσει” με τους άλλους, καλύτερους εκπροσώπους του είδους. 

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 67%

67%

Έτσι κι έτσι

Μία αξιόλογη πρώτη προσπάθεια με θετικά και αρνητικά στοιχεία.

Tags

Admiral

Αφοσιωμένος PC gamer, ο Αλέξανδρος παίζει τα πάντα ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, δείχνει όμως προτίμηση σε turn-based, strategy, RPGs και θεωρεί το UFO: Enemy Unknown ως το καλύτερο παιχνίδι όλων των εποχών. Κατά τα άλλα, προσπαθεί να κρύψει τα χελωνίσια αντανακλαστικά του αποφεύγοντας το competitive multiplayer γιατί, λέει, "δεν του ταιριάζει" και αναζητά τρόπους ώστε να αναγνωριστεί η "Church of Gaben" ως επίσημη θρησκεία στη χώρα μας.

Related Articles

2 Comments

  1. Αν και έχω γράψει εκατοντάδες ώρες στο Darkest Dungeon, κάτι με απωθεί σε τούτο…ίσως τα Ιαπωνικής τεχνοτροπίας σχέδια, τα οποία αντιπαθώ σχεδόν εσντικτωδώς οπουδήποτε τα συναντώ. Απ’ όσο διαβάζω δεν χάνω τίποτε και σε επίπεδο εμπειρίας.

Leave a Reply

Back to top button
Follow on Feedly

Close
Close