REVIEWS
Trending

ORI AND THE WILL OF THE WISPS

Δάσος μαγευτικό και επικίνδυνο...

Το Ori and the Blind Forest ήταν ένα μικρό αριστούργημα που έθεσε νέα standards στο είδος των Metroidvania. Η εκ της Αυστρίας ορμώμενη Moon Studios παρέδωσε ένα μαγευτικό παιχνίδι, προϊόν πολυετούς και σκληρής δουλειάς, το οποίο τα είχε σχεδόν όλα: εντυπωσιακά γραφικά, συγκλονιστικό soundtrack, προκλητικό gameplay και μια συγκινητική παραμυθένια ιστορία, που ακόμα και ο πιο «σκληροτράχηλος» gamer θα έσταζε (“manly”) tears για χάρη του.

Η επιτυχία του ήταν το φυσικό επακόλουθο της ποιότητας του, όπως και το γεγονός ότι θα ακολουθούσε κάποιο sequel, έστω και αρκετά χρόνια μετά. Η στιγμή αυτή ήρθε, πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου παιχνιδιού, με το Ori and the Will of the Wisps να κάνει την εμφάνισή του σε μια πολύ περίεργη εποχή για την κοινωνία μας. Ομολογουμένως, όντας το πρωτότυπο ένας τόσο επιτυχημένος και επιδραστικός τίτλος, το sequel δε θα μπορούσε να αλλοιώσει σημαντικά το χαρακτήρα του, εντούτοις λήφθηκαν ορισμένες γενναίες αποφάσεις που διαφοροποιούν το τελικό αποτέλεσμα, έτσι ώστε κανείς να μη μπορεί να πει ότι έχουμε ξανά «μια από τα ίδια».

Πολλά “όπλα” στη φαρέτρα του Ori για κάθε είδους εχθρό…

Ας πάρουμε όμως λίγο τα πράγματα από την αρχή και ας περάσουμε στη βασική ιστορία του παιχνιδιού, η οποία είναι άμεση συνέχεια του Blind Forest. Με τα γεγονότα να τοποθετούνται χρονικά αμέσως μετά το πρώτο παιχνίδι, το τελευταίο αυγό που άφησε η Koru (το τεράστιο πτηνό που μας ταλαιπωρούσε) στο δάσος του Niwen εκκολάφθηκε και γεννήθηκε η κουκουβάγια Ku. Η Ku όμως κληρονόμησε ένα πρόβλημα στο δεξί της φτερό, με συνέπεια να είναι αδύνατη η πτήση της για περισσότερο από δυο-τρία δευτερόλεπτα. Η παρέα των Ori, Naru και Gumo, οι οποίοι από κοινού έχουν αναλάβει την ανατροφή της μικρής Ku, κατορθώνουν να βρουν ένα τρόπο να λύσουν αυτό το πρόβλημα, δίνοντας έτσι μια ευχάριστη νότα στην απογοητευμένη από τις αποτυχημένες προσπάθειες Ku.

Όχι όμως για πολύ, καθώς στην πρώτη μεγάλη πτήση της Ku, όπου συνοδεύεται από τον πρωταγωνιστή μας Ori, συναντούν μια σφοδρή καταιγίδα, που τους αναγκάζει να πέσουν και να χωριστούν μέσα στο δάσος, το οποίο δείχνει πιο σκοτεινό απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Όπως γίνεται αντιληπτό, το δάσος του Niwen απειλείται ξανά από κάποια άγνωστη δύναμη, που δείχνει ικανή να διαταράξει για μια ακόμη φορά τις ισορροπίες και την ύπαρξη της ίδιας της ζωής γενικότερα.

Τα συγκεκριμένα πηγάδια, εκτός από γέμισμα ενέργειας, λειτουργούν και ως fast travel points.

Έτσι λοιπόν ξεκινά η αναζήτηση του γνωστού μας Ori για την Ku, ενώ παράλληλα θα γίνει αντιληπτό ότι ο εξαγνισμός του δάσους είναι αναπόφευκτος. Ομολογουμένως, η ιστορία κυμαίνεται στο ίδιο μήκος κύματος με το πρωτότυπο παιχνίδι, διατηρώντας τον παραμυθένιο τρόπο διήγησης, που στοχεύει τόσο στο να εξυψώσει αξίες όπως εκείνης της αγνής αγάπης και τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας όσο και να μας παρουσιάσει το πραγματικό σκοπό της ύπαρξης του Ori. Δίχως άλλο, πρόκειται για μια συναισθηματικά έντονα φορτισμένη υπόθεση, η οποία όμως κρύβει από πίσω της ένα άκρως προκλητικό παιχνίδι. Ίσως όχι τόσο πολύ όσο το Blind Forest (του προ-Definitive Edition, του ορθόδοξου), αλλά σίγουρα αρκετά πάνω από το μέσο όρο της εποχής.

Ο βασικός πυλώνας ελέγχου του Ori and the Will of the Wisps διατηρείται ανέπαφος οπότε όσοι είχατε την εμπειρία από το πρώτο παιχνίδι, θα νοιώσετε αμέσως οικεία μαζί του, εκτελώντας χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες τα εντυπωσιακά ακροβατικά που είναι ικανός να κάνει ο Ori. Όμως, η διάθεση για αλλαγές εντοπίζεται στα πρώτα κιόλας λεπτά του παιχνιδιού, με τον τρόπο που επιτίθεται ο ήρωας του παιχνιδιού: αντί να χρησιμοποιεί τις ενεργειακές βολές κάποιου συνοδευτικού πνεύματος, υπάρχει ένα δυνατό melee όπλο που θυμίζει έντονα εκείνο του Hollow Knight. Και αυτό ήταν μονάχα η αρχή, καθώς το παιχνίδι ξηλώνει εντελώς το skill-tree του Blind Forest και τον παραδοσιακό τρόπο αναβάθμισης του Ori με XP και εφαρμόζει εκείνο των shards.

Το πέταγμα της Ku…

Κατά την εξερεύνησή μας λοιπόν, θα μαζέψουμε δεκάδες είδη shards τα οποία τοποθετούμε στις αντίστοιχες θήκες του inventory και παρέχουν διάφορα buffs στον Ori: από αύξηση της υγείας και της ενέργειας, μέχρι νέες ικανότητες όπως να «κολλάμε» στους τοίχους, τριπλό άλμα, ζημιά κατά την εκτέλεση της bash κίνησης κλπ. Αρχικά, μπορούμε να τοποθετήσουμε μέχρι τρία shards, ολοκληρώνοντας όμως κάποια combat challenges, ο αριθμός αυτός ανεβαίνει, ισχυροποιώντας σημαντικά τις δυνατότητες του Ori, ενώ αντίστοιχα νικώντας σε time-trial challenges αυξάνουμε μόνιμα την ποσότητα των health/energy μας. Εκτός των shards, υπάρχουν οι μόνιμες abilities που αποκτώνται μέσω των Spirit Trees και είναι άκρως απαραίτητες για την ολοκλήρωση του παιχνιδιού, καθώς μέχρι να τις εντοπίσουμε είναι αδύνατη η πρόσβασή μας σε συγκεκριμένες περιοχές.

Ως Metroidvania που σέβεται τον εαυτό του, το backtracking είναι αναπόφευκτο, μόνο που αυτή τη φορά δίνεται μεγαλύτερο νόημα με την ύπαρξη των side quests. Θα συναντήσουμε διάφορους ζωόμορφους χαρακτήρες, οι οποίοι συνήθως ζητούν κάποιο αντικείμενο και στην περίπτωση που εκπληρώσουμε την επιθυμία τους, ανταμειβόμαστε σε Spirit Lights, τα οποία μπορούμε να ξοδέψουμε για την αγορά νέων Shards ή στην αναβάθμιση των ήδη υπαρχόντων. Η εξαργύρωση των Spirit Lights γίνεται στους εμπόρους που θα συναντήσουμε αργότερα στο παιχνίδι και κατά κύριο λόγο στην περιοχή Wellspring Glades, η οποία μεταξύ άλλων περιέχει και ένα υπο-παιχνίδι, όπου καλούμαστε να αναστηλώσουμε την περιοχή με αντάλλαγμα έναν αριθμό από Ores. Ακόμα ένα collectible που οφείλουμε να αναζητήσουμε δηλαδή σε έναν πραγματικά μεγάλο χάρτη.

Boss-fight μου μυρίζει.

Ένας χάρτης που δίνει την εντύπωση ότι είναι τουλάχιστον τριπλάσιος του πρώτου παιχνιδιού, ευτυχώς χωρίς να μπερδεύει και με σαφή (τις περισσότερες φορές) περάσματα, ενώ κατά καιρούς εντοπίζουμε έναν τύπο που πουλάει (φθηνά θα λέγαμε) χάρτες που ανοίγουν εξ’ ολοκλήρου το χάρτη της περιοχής που βρισκόμαστε. Αναμφισβήτητα μια καλοδεχούμενη προσθήκη που μας βοηθάει να σχεδιάσουμε καλύτερα τις επόμενες κινήσεις μας και να έχουμε μια εικόνα για το πως θα φτάσουμε στον εκάστοτε στόχο, ενώ υφίσταται και δυνατότητα fast travel, απόλυτα βολική και ενίοτε σωτήρια.

Ένας στόχος που ως συνήθως συνοδεύεται από δεκάδες παγίδες και εχθρούς, με τις μάχες αυτή τη φορά να μην είναι τόσο συμπληρωματικού χαρακτήρα, αλλά να έχουν περισσότερο νόημα ως μηχανισμός. Εκτός αυτού, οι πολλοί παράμετροι που ανοίγονται με το συνδυασμό των shards και των abilities, δίνουν ένα τόνο τακτικής παραπάνω, καθώς αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούμε να τις χρησιμοποιήσουμε, αν όχι όλες, τουλάχιστον την πλειοψηφία αυτών. Είτε πρόκειται για απλή μετάβαση από πλατφόρμα σε πλατφόρμα (που μπορεί να μην είναι και τόσο απλή) είτε σε μάχη με τυπικό εχθρό ή τεράστιο boss. Ιδιαίτερα τα boss-fights είναι έντονα, συναρπαστικά και πραγματικά challenging, κάποιες φορές μάλιστα συνδυάζονται και με τα διάσημα «κυνηγητά», όπου συχνά δοκιμάζουν τα όρια της υπομονής μας. Όταν φτάσετε στο κυνηγητό με το σκουλήκι, θα με θυμηθείτε…

Απλά κάποιες φορές το μόνο που αναφωνείς είναι “wow”

Αν είναι κάτι που αλλάζει τελείως σε σχέση με το πρωτότυπο παιχνίδι είναι ο τρόπος αποθήκευσης της προόδου μας. Ο μηχανισμός του Soul-Link, που πρακτικά μας επέτρεπε να καθορίσουμε μόνοι μας τα save points, έχει αφαιρεθεί και έχουν εφαρμοσθεί τα πατροπαράδοτα αυτόματα checkpoints. Ευτυχώς η απόφαση αυτή δε δημιουργεί κανένα πρόβλημα στη ροή του παιχνιδιού, όντας συχνά και εύστοχα στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, στερώντας του μονάχα το «τακτικό» μέρος της υπόθεσης. Μικρό το κακό θα λέγαμε, ήδη το Will of the Wisps διαθέτει τόση τακτική που λίγο ακόμα και θα το χαρακτηρίζαμε tactical game (υπερβολή, σύμφωνοι). Εξάλλου, πρόκειται για μια τόσο γεμάτη εμπειρία, που οι περίπου 15 ώρες που θα χρειαστεί κανείς για να δει τους τίτλους τέλους (για 100% του χάρτη δε το συζητάμε, ο χρόνος αυτός διπλασιάζεται) μοιάζουν και είναι υπέρ-αρκετές.

Περνώντας στο τεχνικό τομέα, το Ori and the Will of the Wisps δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι λιγότερο από αριστουργηματικός. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς από τα γραφικά, την ομαλότητα του animation, του περιβάλλοντος και την ποικιλία χρωμάτων και διαθέσεων του. Οι άνθρωποι της Moon Studios κατάφεραν να βελτιώσουν ακόμα περισσότερο την εκπληκτική εικόνα που είχε το Blind Forest, θέτοντας για μια ακόμη φορά υψηλότατα standards για τα λεγόμενα 2,5D παιχνίδια. Τα screenshots του άρθρου απλώς το αδικούν, ενώ είναι ακόμα πιο λυπηρό που δε μπορείτε να ακούσετε ταυτόχρονα σε αυτές το απίστευτο soundtrack που έχει συνθέσει ο Gareth Cocker. Μαγευτικές μελωδίες παιγμένες από κανονική ορχήστρα, ιδανικά παντρεμένες με το περιβάλλον που βρισκόμαστε εκείνη τη στιγμή, ένα αποτέλεσμα τουλάχιστον συγκλονιστικό.

Αυτό έλειπε να μην υπήρχαν και οι υποβρύχιες αποστολές.

Τις θετικότατες εντυπώσεις του παιχνιδιού έρχονται να αμβλύνουν κάποια τεχνικά προβλήματα, τα οποία μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχουν λυθεί ακόμα, κάτι που λογικά θα γίνει μέχρι το επόμενο patch. Το πρώτο πρόβλημα είναι κάποιες ενοχλητικές διακοπές στην ηχητική επένδυση κατά τη διάρκεια των cut-scenes, σε σημείο που νομίζει κανείς ότι χάλασε η κάρτα ήχου του, ενώ το δεύτερο αφορά όσους παίζουν με gamepad, όπου για άγνωστο λόγο ενίοτε το δεξί φτερό ανοίγει το μενού Spirit wheel αντί να εκτελέσει την κίνηση Glide. Η λύση είναι είτε επανεκκίνηση του παιχνιδιού ή σύνδεση του gamepad σε άλλη USB θύρα, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα. Προσωπικά έπεσα πολλές φορές στο εν λόγω bug και μάλιστα τόσο συχνά που ήμουν κοντά στο να παρατήσω το παιχνίδι μέχρι να βγει το patch (εικάζεται ότι θα συμβεί την επόμενη εβδομάδα), ευτυχώς τελευταία στιγμή το θέμα διορθωνόταν και συνέχιζα κανονικά.

Συνοψίζοντας, το Ori and the Will of the Wisps είναι κάτι παραπάνω από ένας άξιος διάδοχος του Blind Forest. Εμπλουτίζει και βελτιώνει όλα τα επιμέρους στοιχεία του από κάθε άποψη και αποτελεί ένα παιχνίδι που θα μνημονεύουμε για χρόνια. Επενδύστε άφοβα.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 91%

91%

Charming

Ακόμα ένα καταπληκτικό παιχνίδι από τη Moon Studios, που βελτιώνει το πρώτο παιχνίδι σε όλους τους τομείς.

Tags

Related Articles

Check Also
Close
Back to top button
Follow on Feedly

Close