
SIMON THE SORCERER: ORIGINS
Η πρώτη εμφάνιση του Simon πραγματοποιήθηκε το μακρινό 1993, σε μια εποχή που η τεράστια επιτυχία του Secret of Monkey Island και των point ‘n’ click adventures γενικότερα, αποτέλεσε την αφορμή πολλοί δημιουργοί να προσπαθήσουν να πάρουν το μερίδιό τους από την «πίτα». Αποκύημα του Βρετανού Simon Woodroffe, το Simon the Sorcerer, σε αντίθεση με το πιο «Αμερικάνικο» Monkey Island, ήταν σαφώς επηρεασμένο από τη Βρετανική σχολή, τόσο με το setting που θύμιζε πολύ το Discworld του Terry Pratchett, όσο με το φλεγματικό χιούμορ και την έντονη σάτιρα του fantasy στοιχείου.
Αν και υπήρξε μια ικανοποιητική επιτυχία με τα δύο πρώτα Simon the Sorcerer, η σειρά δεν έφτασε ποτέ το status του «αντίπαλου δέους», ενώ η ατυχής απόφαση να μεταφερθεί το τρίτο μέρος σε 3D, οδήγησε στην παύση περαιτέρω ανάπτυξης της σειράς από τον Woodroffe. Παρ’ όλα αυτά, λίγα χρόνια αργότερα, οι περιπέτειες του Simon συνεχίστηκαν με δύο αμφιβόλου ποιότητας adventures, υλοποιημένα από τη Γερμανική Silver Style Entertainment, ενώ το Simon 6 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, κατόπιν μιας αποτυχημένης Kickstarter καμπάνιας.

Η ανακοίνωση της ανάπτυξης του Simon the Sorcerer: Origins ήταν κάπως απρόσμενη, αλλά καλοδεχούμενη, ωστόσο αντιμετωπίστηκε με κάποιο σκεπτικισμό. Αφενός διότι για μια ακόμη φορά η ανάπτυξη αλλάζει χέρια (ούτε εδώ ο Simon Woodroffe έχει κάποια σχέση με το project) και περνά στην Ιταλική Smallthing Studios, αφετέρου υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην κυκλοφορία του, μετά την αρχική ανακοίνωση του, σε σημείο που είχαμε πιστέψει ότι και αυτό το Simon θα καταλήξει στη λήθη. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο δε συνέβη και το Simon the Sorcerer: Origins είναι γεγονός. Το αν άξιζε τον κόπο όλη αυτή αναμονή, θα το μάθετε ευθύς αμέσως.
Όπως σαφώς υπονοεί ο υπότιτλος του νέου Simon, το Origins αποτελεί prequel και μας τοποθετεί λίγο πριν από τα γεγονότα του πρωτότυπου παιχνιδιού. Το σωτήριο έτος 1993, ο Simon και η οικογένειά του έχουν μόλις μετακομίσει στο νέο τους σπίτι, μια απόφαση με την οποία ο πρωταγωνιστής μας δεν είναι καθόλου σύμφωνος. Καθώς οι γονείς του αδειάζουν τα πράγματα από το αυτοκίνητο, ο Simon αρχίζει την εξερεύνηση της οικίας, μέχρι που, προσπαθώντας να ανοίξει την πόρτα που προορίζεται να γίνει το δωμάτιό του, μεταφέρεται μέσω ενός portal σε έναν άλλο, φανταστικό κόσμο. Σε έναν, ομολογουμένως, παράξενο κόσμο, γεμάτο με τέρατα κάθε είδους, που παραδόξως μιλούν τη γλώσσα του, μάγους, ορισμένους ισχυρούς, κάποιους… όχι και τόσο, και φυσικά, άπειρη μαγεία.

Η αλήθεια είναι ότι ο Simon δεν ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα με τη νέα κατάσταση και πρώτο του το μέλημα είναι να βρει έναν τρόπο να επιστρέψει στην «κανονική» του ζωή. Κάτι που δεν είναι διόλου εύκολο, διότι κανείς δε γνωρίζει το πως μπορεί να γίνει αυτό, ενώ η πρώτη του συνάντηση με τον περίφημο μάγο Calypso, που θεωρητικά θα μπορούσε να του λύσει το πρόβλημα, οδήγησε σε αδιέξοδο. Σχεδόν, γιατί σύμφωνα με μια προφητεία, ο Simon κατά κάποιο τρόπο αποτελεί τον «εκλεκτό» που θα μπορέσει να μάθει περισσότερα για τον First Wizard, το μυστηριώδη μάγο δηλαδή που έφερε τη μαγεία στον κόσμο, και για τους δύο χαμένους τόμους του, οι οποίοι ανάμεσα σε όλα, θα περιέχουν σίγουρα και την απάντηση για την επιστροφή του Simon στη δική του διάσταση. Έλα όμως που, μέσα στην αναζήτηση των δύο τόμων, βρίσκεται βαθιά χωμένος ο Sordid, ένας πολύ ισχυρός δάσκαλος της ακαδημίας των μάγων (αλίμονο, δεν θα υπήρχε σχολή για μαθητευόμενους μάγους;), που δεν έχει σκοπό να χρησιμοποιήσει τη γνώση του First Wizard για έναν καλύτερο κόσμο…
Όπως γίνεται αντιληπτό, η κύρια αποστολή του Simon είναι να εντοπίσει τους δύο τόμους, προκειμένου να γυρίσει στο σπίτι του, ενώ κατά τη διάρκεια της περιπέτειας θα ανακαλύψει ότι σχεδόν κανένας μάγος δεν έχει αντιληφθεί το κίνδυνο που ελλοχεύει από τον Sordid, όντας όλοι πολύ απασχολημένοι με τον ύπνο και την καλοπέραση. Φυσικά, όλα αυτά τα παρακολουθούμε με έντονη χιουμοριστική διάθεση, καθώς το παιχνίδι δεν παίρνει τον εαυτό του σοβαρά (όπως συνέβαινε πάντα δηλαδή), ενώ εξυπακούεται ότι σατιρίζει οτιδήποτε σχετίζεται με τη σύγχρονη ποπ-κουλτούρα και πρωτίστως, το Harry Potter.

Το χιούμορ, ωστόσο, είναι hit-and-miss, έχοντας κάποιες εμπνευσμένες στιγμές και κυμαινόμενο στο ίδιο μήκος κύματος με τα δύο πρώτα Simon, μη φτάνοντας όμως στο ίδιο επίπεδο «φάρσας». Εξάλλου, είναι λίγο δύσκολο να συμβεί κάτι τέτοιο στις μέρες μας, λόγω του political correctness, αλλά αυτό είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα που δεν είναι της παρούσης. Το σίγουρο είναι ότι το εύθυμο κλίμα του Origins είναι πετυχημένο, χωρίς να γίνεται σαχλό ή να εκβιάζει το γέλιο – το δε σπάσιμο του τέταρτου τοίχου, με τον Simon να απευθύνεται στον παίκτη, είναι «τόσο-όσο», ώστε να μην γίνεται καταχρηστικό.
Όσον αφορά το κυρίως παιχνίδι, το Origins είναι ένα κλασικό point ‘n’ click adventure, χωρίς κάποιο στοιχείο που να ξεφεύγει από την αγαπημένη φόρμουλα. Υπάρχουν τα περισσότερα χαρακτηριστικά που συναντάμε στις σύγχρονες εκδοχές του είδους, δηλαδή hot-spot indicator, γρήγορη πρόσβαση στο inventory, «to-do-list», fast travel (λίγο περιορισμένο μεν, αλλά λειτουργικό), διπλό κλικ για να περπατήσει γρηγορότερα ο Simon και ούτω καθ’ εξής. Στον τομέα του χειρισμού, δεν έχουμε κανένα παράπονο, η Smallthing Studios ενσωμάτωσε όλα τα quality-of-life χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα adventure που σέβεται τον εαυτό του και τον παίκτη.

Στο κομμάτι των γρίφων, θα σταθούμε λίγο παραπάνω όμως. Σε γενικές γραμμές, οι γρίφοι κυμαίνονται σε λογικά πλαίσια, πάντα υπό το πρίσμα του fantasy setting του παιχνιδιού και είναι αρκετοί σε αριθμό, ποικιλία και πυκνότητα. Όταν δε αποκτήσουμε τη δυνατότητα χρήσης ορισμένων spells (φωτιά, πάγος, αέρας), η ευρηματικότητα των γρίφων αρχίζει να επεκτείνεται. Θα λέγαμε ότι σχεδόν σε κάθε βήμα του Simon, έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα που, τις περισσότερες φορές, έχουμε επίγνωση αυτού και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ως προς το πως να κινηθούμε.
Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες κραυγαλέες περιπτώσεις, όπου η έλλειψη κάποιου hint είναι τόσο έντονη που είναι ικανή να μας κάνει να περιφερόμαστε άσκοπα για πολλή ώρα, δημιουργώντας ένα αίσθημα δυσαρέσκειας. Παραδείγματος χάρη, σε έναν από τους γρίφους που πρέπει να λύσουμε για να αποκτήσουμε ένα spell, πρέπει να διαβάσουμε ένα βιβλίο για να αποκρυπτογραφήσουμε κάποια ορνιθοσκαλίσματα. Για κάποιο λόγο, δεν αρκεί το δεξί κλικ στο inventory (ο Simon απλά σχολιάζει ότι δεν του αρέσει το διάβασμα), αλλά θα πρέπει να κάνουμε use το βιβλίο πάνω στο Simon για να το μελετήσει.

Ας πούμε, ότι αυτό αποτελεί μια απροσεξία από μεριάς του γράφοντος. Παρακάτω, υπάρχουν μια-δυο ακόμα περιπτώσεις που, με τον τρόπο που αποκρίνεται ο Simon σε κάποιες από αυτές, όταν κάνουμε κλικ στο σχετικό hotspot, εμμέσως στρέφει τον παίκτη να σκεφτεί κάτι άλλο, ενώ η λύση βρίσκεται ακριβώς εκεί που ο Simon υπονοεί να την αγνοήσουμε! Δεν θα θέλαμε να προβούμε σε spoiler για να το συγκεκριμενοποιήσουμε, αλλά σε ανάλογες περιπτώσεις, θα ήταν προτιμότερο να υπήρχε κάποιου άλλου είδους καθοδήγηση. Όχι φυσικά δίνοντας τη λύση στο πιάτο, αλλά τουλάχιστον να πλαισιώνει τον τρόπο που θα έπρεπε να κινηθούμε και όχι να αποτρέπει. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την προσθήκη των μαγικών καπέλων.
Τα μαγικά καπέλα είναι ένα έξυπνο gimmick του Origins, τα οποία κατά κύριο λόγο, όποτε τα φοράμε, αλλάζουν τις ιδιότητες ορισμένων αντικειμένων που διαθέτουμε στο inventory. Έχοντας αυτό στην άκρη του μυαλού μας, μπορούμε να λύσουμε ορισμένους γρίφους που απαιτούν, παραδείγματος χάρη, κάποιο συγκεκριμένο συστατικό, που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στο παιχνίδι. Ομολογουμένως είναι μια ωραία ιδέα που, αν και δεν εξελίσσεται θεαματικά κατά τη διάρκεια της περιπέτειας, έχει ενσωματωθεί όμορφα στους μηχανισμούς του παιχνιδιού. Ωστόσο, όταν αργότερα εμφανιστούν κάποιες πλάκες σε διάφορες τοποθεσίες του παιχνιδιού, παρ’ όλο που εμφανίζεται εμβόλιμα ένα «τύπου-tutorial», δεν τονίζεται αρκετά το πόσο σημαντικό είναι να τις «αποκρυπτογραφήσουμε», ώστε να αποκτήσουμε τα μαγικά καπέλα. Ουσιαστικά, δεν κοινοποιείται πουθενά ότι υφίστανται επιπλέον καπέλα σαν μηχανισμός, πριν αποκτήσουμε το πρώτο, και δίνεται η εντύπωση ότι όλο αυτό είναι μέρος μιας προαιρετικής διαδικασίας παρά ουσιαστικής, ενώ το tutorial εμφανίζεται εφάπαξ και δεν γίνεται ξανά αναφορά για την τεράστια σημασία που έχουν οι πλάκες για την πρόοδο του παιχνιδιού.

Συνέπεια αυτού είναι να είναι πιθανό κάποιος παίκτης να «κολλήσει» για ώρες στο ίδιο σημείο, με το παιχνίδι να μην κάνει κάποια απόπειρα να τον βοηθήσει, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, σαφώς απλούστερες, το Origins δίνει περισσότερα hints απ’ όσα ίσως θα χρειαζόμασταν. Αυτή η σχετικά άνιση κατανομή της δυσκολίας είναι και το μεγαλύτερο παράπονο που έχουμε από το παιχνίδι, καθώς νοιώθει κανείς ότι γίνεται λίγο «άδικο» απέναντι στον παίκτη, προσπαθώντας να τον κάνει να μπει στο μυαλό των δημιουργών με άκομψο τρόπο, ενώ θα μπορούσε να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο δυσκολίας χωρίς να καταφύγει στην αμφίβολη διέξοδο του «να, αυτός είναι ο γρίφος, μάντεψε τι πρέπει να κάνεις και με ποια σειρά βημάτων».
Πέρα από αυτό το ζήτημα του Origins, το οποίο εκτιμούμε ότι μπορεί να διορθωθεί με κάποιο update, το υπόλοιπο παιχνίδι είναι αρκετά ευχάριστο στην ενασχόληση. Διαθέτει το «κατάλληλο» μυστήριο, έτσι ώστε να διατηρήσει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος του παιχνιδιού, υπάρχουν διάφορα easter eggs για τους fans των πρωτότυπων παιχνιδιών και η ατμόσφαιρά του είναι εύστοχη, υιοθετώντας το γνωστό, «ζαβολιάρικο», ύφος του Simon μέσα σε ένα, επιτηδευμένα, τυπικό fantasy πλαίσιο. Ωστόσο, δεν σκίσαμε και τα ιμάτιά μας με την πλοκή και την κατάληξη του παιχνιδιού, όντας απλώς συμπαθητική και, σε σύγκριση με άλλα adventures που παίξαμε φέτος, είναι σαφώς λιγότερο εντυπωσιακή.

Τώρα, όσον αφορά τα γραφικά του Origins, το παιχνίδι υιοθετεί ένα art-style που ίσως να μην είναι για όλους, αλλά σίγουρα ξεχωρίζει και έχει προσεχθεί αρκετά από τους καλλιτέχνες της Smallthing Studios. Ένας ιδιόμορφος συνδυασμός cartoon αισθητικής και παστέλ χρωμάτων, σαν να είναι ζωγραφισμένα στο χέρι, σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργεί καλά, σε κάποιες άλλες, περνά απλώς αδιάφορα, αν και αυτό τίθεται καθαρά στο προσωπικό γούστο του καθενός. Όσον αφορά το ηχητικό κομμάτι, στα θετικά συγκαταλέγεται σίγουρα η επιστροφή του Chris Barrie ως Simon, χωρίς να υπάρχει κάποιος ηθοποιός που να υστερεί, ενώ και το μελωδικό soundtrack των Fisher/Maioli συνοδεύει όμορφα τη δράση, χωρίς εξάρσεις. Έκπληξη αποτελεί η προσθήκη του γνωστού 80’s hit «Together Forever» του Rick Astley στα credits του παιχνιδιού, αν και στιχουργικά δεν μπορούμε να εντοπίσουμε ιδιαίτερη σχέση με το Simon the Sorcerer. Ας είναι.
Εν ολίγοις, το Simon the Sorcerer: Origins είναι ένα adventure που απευθύνεται κυρίως στους φίλους των adventures και της σειράς γενικότερα, ενώ δεν θα το προτείναμε σε κάποιον νεοφερμένο του είδους, εξαιτίας του τρόπου υλοποίησης των γρίφων που προαναφέραμε. Δεν θα αλλάξει το status του Simon στο adventure γίγνεσθαι, αλλά αποτελεί μια καλή προσθήκη στη σειρά, η οποία σέβεται το υλικό που καλείται να διαχειριστεί. Ως εκεί.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 73%
73%
Wizard's dream
Ένα καλοδεχούμενο prequel μιας σειράς adventures που έκανε αίσθηση στα '90s, το οποίο όμως στο σύνολό του, δεν εντυπωσιάζει ιδιαίτερα.












