REVIEWS

SOULCALIBUR VI

A tale of Souls and Swords, eternally retold

Μετά την ιδιαίτερα καλοδεχούμενη κυκλοφορία του Tekken 7 στους υπολογιστές μας, ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι το επόμενο επεισόδιο της έτερης μεγάλης σειράς της Bandai Namco, Soulcalibur θα έπραττε το ίδιο. Οι συγκυρίες μάλιστα ήταν τέτοιες, που το Soulcalibur VI τυπικά αποτελεί ένα είδος reboot για τη σειρά (που μετράει ήδη 23 χρόνια στο κουρμπέτι), οπότε οι PC users θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν την ιστορία και τους ήρωες του από πρώτο χέρι. Βέβαια, το κατά πόσο κάποιος θα ψάξει να βρει «ιστορία με βάθος» σε ένα καθαρό fighting game, είναι ένα ζήτημα που χρήζει ανάλυσης. Παρεμπιπτόντως, η Bandai Namco τη προσφέρει απλόχερα στο παιχνίδι της, δίνοντας την εντύπωση ότι το single-player τμήμα του Soulcalibur VI είναι πολύ σημαντικό για την εμπειρία που θα αποκομίσει ο παίκτης.

Το story mode παρουσιάζεται μέσω κειμένων και πορτραίτων.

Αν και σε όσους δεν έχει τύχει να παίξουν ποτέ κάποιο Soulcalibur, υπάρχει η αίσθηση ότι το παιχνίδι δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα «Tekken με σπαθιά», η αλήθεια όμως απέχει παρασάγγας από αυτό. Το Soulcalibur VI έχει τη δική του προσωπικότητα, που αντλείται από το τρόπο που έχει στηθεί το σύστημα μάχης. Κάθε ήρωας κραδαίνει το δικό του όπλο (από μαχαίρια και katana μέχρι πελώρια τσεκούρια και το ίδιο, το τιτάνιων διαστάσεων, σπαθί Soul Edge), το οποίο αναλογεί σε εντελώς διαφορετικό τρόπο συμπεριφοράς και κίνησης. Προφανώς ένας τεράστιος τύπος όπως ο Astaroth δεν είναι το ίδιο ευκίνητος όπως μια λυγερόκορμη κορασίδα με μάσκα σαν τη Taki, παρ’ όλα ο παίκτης οφείλει σε κάθε περίπτωση να υπολογίσει όλες τις παραμέτρους που θα τον οδηγήσουν στη νίκη. Για παράδειγμα, η απόσταση που καλύπτει το όπλο που κρατά, η σφοδρότητα της κάθε επίθεσης σε συνάρτηση με το χρόνο που χρειάζεται για να εκτελεστεί, η θέση και η στάση του ήρωα στο χώρο για να αποφύγει το ring out (που ισοδυναμεί με άμεση ήττα), αλλά και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να εκτελέσει τους διάφορους ειδικούς μηχανισμούς που ενσωματώνει το παιχνίδι. Μηχανισμοί όπως το Reversal Edge, που πέρα από το όμορφο στιγμιότυπο του slow-motion μεταξύ των δύο μαχητών, προσφέρεται για μεγάλο damage σε περίπτωση που απαντήσετε σωστά σε ένα πολύπλοκο «πέτρα, ψαλίδι, χαρτί» subgame (κοινώς, πατήστε το σωστό κουμπί, αποκρυπτογραφώντας τη στάση του σώματος του αντιπάλου) ή το Guard Impact που μπορεί να γίνει φονικό στα χέρια ενός έμπειρου παίκτη.

Ναι, συμμετέχει και αυτός.

Φυσικά, είναι αυτονόητο ότι θα χρειαστεί να αφιερώσετε πολλές ώρες μελέτης και προπόνησης στο Arcade ή στο Training mode του παιχνιδιού, προκειμένου να νοιώσετε οικεία με τους μηχανισμούς του, ενώ θα χρειαστούν άλλες τόσες για να επικαλεστείτε ότι γνωρίζετε έναν μαχητή πραγματικά καλά. Σε κάθε περίπτωση, το παιχνίδι ενσωματώνει στο pause menu όλες τις κινήσεις του χαρακτήρα της επιλογής σας, ενώ συμπεριλαμβάνονται μερικά combat lessons, που δίνουν χρήσιμες συμβουλές για το πως θα τον χειριστείτε αποτελεσματικά. Το άσχημο της υπόθεσης είναι ότι όλα αυτά δεν διδάσκονται στο παίκτη μέσω κάποιου αναλυτικού tutorial mode (όπως συμβαίνει σε παιχνίδια της Arc System Works), αλλά με ένα… ξερό κείμενο. Αν αναλογιστούμε το τρόπο παρουσίασης του υπόλοιπου παιχνιδιού, δεν μας προκαλεί εντύπωση: δυστυχώς τα production values του Soulcalibur VI είναι αρκετά χαμηλά, ιδιαίτερα αν πέσει σε σύγκριση με το μεγάλο του αδελφό, Tekken 7.

“Πληθωρική” είναι ο μικρότερος χαρακτηρισμός που μπορούμε να αποδώσουμε στην Ivy.

Είναι ηλίου φαεινότερο και από το τρόπο που παρουσιάζονται τα δύο «μεγάλα» single-player modes του παιχνιδιού, το Soul Chronicle και το Libra of Soul. Το πρώτο διηγείται την ιστορία του σπαθιού Soul Edge και το κακό που έχει προκαλέσει στους πρωταγωνιστές του παιχνιδιού μέσω ενός (όμορφου) story book, με ελάχιστα cut-scenes, αλλά γεμάτο με στατικές εικόνες, πορτραίτα και ηχητικά εφφέ. Εννοείται βέβαια, με τα ανάλογα διαλείμματα για ξύλο με τον ήρωα που μας αναθέτει το παιχνίδι – με ό,τι αυτό συνεπάγεται («δεν μου αρέσει ο Maxi, τι μου τον βάζετε με το ζόρι» κλπ ). Δεν είναι καθόλου άσχημο σαν ιδέα και υλοποίηση, μάλιστα έχει επιλεχθεί η δυνατότητα παρακολούθησης της προσωπικής ιστορίας του κάθε ήρωα ξεχωριστά, προκειμένου να μην μπλέκει με το main story (ευτυχώς δηλαδή, δεν μαζεύονται 20 άτομα ταυτόχρονα στο ίδιο μέρος), απλά δείχνει και είναι κάπως φτωχό.

Λίγο-πολύ, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται το Libra of Souls mode, το οποίο είναι κατά κάποιο τρόπο, το RPG στοιχείο του παιχνιδιού. Δημιουργείτε το δικό σας χαρακτήρα από την αρχή μέσω του υπέροχου Creation mode, επιλέγοντας φύλο, σωματότυπο, χαρακτηριστικά (μαλλιά, χρώμα δέρματος κλπ) και κυρίως όπλο και στη συνέχεια ξεκινάτε μια εκστρατεία για να σώσετε τον κόσμο και τον εαυτό σας από τα κομμάτια του δεύτερου Soul Edge σπαθιού, που τραβά σαν μαγνήτης όλη τη κακή ενέργεια της υφηλίου. Το mode αυτό προσφέρεται για πολύωρη απασχόληση, ακριβώς διότι υπάρχουν πολλά πράγματα να κάνετε. Μπορείτε να αναλάβετε αποστολές, κύριες και δευτερεύουσες, οι οποίες σας ανταμείβουν με XP και χρυσό τόσο για να ανεβάσετε το επίπεδο του χαρακτήρα σας όσο και να αποκτήσετε καλύτερο εξοπλισμό, ενώ μέσω διαλόγων και αλληλεπίδρασης με τους άλλους χαρακτήρες που θα συναντήσετε, μπορείτε να αναπτύξετε έναν «καλό» ή έναν «κακό» χαρακτήρα. Βέβαια όλα αυτά περιορίζονται σε νηπιακό στάδιο, θα ήταν παράλογο να περιμένουμε κάτι πιο ανεπτυγμένο. Παρ’ όλα αυτά, έστω και σε αυτή τη μορφή, με τους λιγοστούς διαλόγους και τα κάμποσα κείμενα να αφήνουν πολλά στη φαντασία του παίκτη, όπως πράττει ένα καλό βιβλίο, το Libra of Souls είναι ένα όμορφο mode και σίγουρα είναι προς τιμήν της Bandai Namco να συμπεριλάβει τόσα modes για έναν παίκτη (Arcade, Soul Chronicle και Libra of Soul), στο σύγχρονο κυκεώνα των «χοροπηδηχτών» multiplayer games.

Εννοείται ότι στο Creation Mode μπορούμε να φτιάξουμε ό,τι μας καπνίσει…

Μιας και θίξαμε το multiplayer, πέφτει και αυτό θύμα του μικρού budget και περιορίζεται στα απολύτως βασικά. Ένα Casual match για όσους θέλουν να τεστάρουν τις δυνατότητες τους πριν μπουν στην αρένα των Ranked matches και… αυτό είναι όλο. Ειδικά στα Casual matches, θα δεινοπαθήσετε μέχρι να παίξετε, γιατί εφαρμόζεται η κουραστική λογική των rooms, όπου είτε εσείς φτιάχνετε ένα δικό σας room και περιμένετε κάποιος να δεήσει να συνδεθεί μαζί σας είτε μπαίνετε σε κάποιο ήδη ανοικτό και αναμένετε υπομονετικά τη σειρά σας. Αντίθετα, στα Ranked matches δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς ψάχνει μόνο του για αντίπαλο παίκτη και το matchmaking αποδεικνύεται γενικά γρήγορο και αξιόπιστο. Αυτός που δεν είναι αξιόπιστος, είναι ο online κώδικας του παιχνιδιού, γιατί πολλές φορές αντιμετωπίσαμε lags και καθυστερήσεις στις μονομαχίες μας, ιδίως από το δεύτερο γύρο και έπειτα, με συνέπεια να χάσουμε (ενίοτε και να κερδίσουμε κιόλας) αρκετούς αγώνες εξαιτίας αυτού. Ως γνωστόν, σε fighting game το παραμικρό lag κοστίζει πάρα πολύ, οπότε ελπίζουμε μελλοντικά η Bandai Namco να βρει τρόπο να βελτιώσει το online κομμάτι του παιχνιδιού, γιατί είναι πραγματικά διασκεδαστικό όποτε λειτουργεί σωστά.

Νομίζω ότι κάποιος θα βγει σύντομα ΚΟ.

Έχοντας στην άκρη του μυαλού το σχετικά μικρό budget του παιχνιδιού, το Soulcalibur VI, χωρίς ποτέ να εντυπωσιάζει, αποδεικνύεται άρτιο σε τομείς όπως γραφικά, κίνηση και ήχος. Η Unreal Engine είναι υπεύθυνη για το αποτέλεσμα επί της οθόνης, φυσικά με την απεικόνιση των χαρακτήρων να έχει αποσπάσει το μεγαλύτερο μερίδιο της προσοχής. Υπάρχουν διαθέσιμοι 21 χαρακτήρες, πολλοί παλιοί γνώριμοι για τους βετεράνους της σειράς, όπως ο Kilik, ο Mitsurugi, η Ivy, ο Cervantes και με τον Geralt of Rivia ως guest star, (προς το παρόν αναμένονται δύο ακόμη ως paid DLC – η Tira και η 2B από το Nier: Automata), ο καθένας σχεδιασμένος καθαρά με το δικό του στυλ, ενώ συνοδεύονται από εκπληκτικό animation και όμορφα οπτικά εφφέ, που υπερκαλύπτουν την, ως επί το πλείστον, λιτή σχεδίαση του περιβάλλοντος. Από την άλλη, ο ήχος βασίζεται σε μερικά καλόγουστα επικά ορχηστρικά κομμάτια, ιδιαίτερα ταιριαστά με τα τεκταινόμενα, ενώ και τα ηχητικά εφφέ δεν πάνε πίσω, αναδεικνύοντας κάθε φορά την επίπτωση που έχουν η επίθεση και άμυνα των χαρακτήρων.

Πολύ ωραία τα Replays… μόνο αν έχουμε νικήσει προηγουμένως. 🙂

Συνοψίζοντας, το Soulcalibur VI είναι ένα αξιόλογο fighting, που αξίζει να ασχοληθείτε εκτενώς μαζί του, ιδιαίτερα αν είστε λάτρεις του συγκεκριμένου είδους. Παρ’ όλο που οπτικά μοιάζει με φτωχό συγγενή του Tekken 7, το παιχνίδι είναι απολύτως αυτόνομο, με μεγάλο βάθος στους μηχανισμούς του, πλούσιο περιεχόμενο και μπορεί να γίνει απολαυστικό τόσο για τον άπειρο όσο και για τον πεπειραμένο παίκτη. Συν τοις άλλοις, αποτελεί μια ακόμη ευκαιρία να δούμε τον Geralt στην οθόνη μας…

Ευχαριστούμε θερμά τη Bandai Namco Hellas για τη παροχή του review code.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 80%

80%

Swords & Axes

Πλούσιο περιεχόμενο, βαθύ σύστημα μάχης, μεγάλο ρόστερ χαρακτήρων... Ένα ακόμα fighting αξιώσεων από τη Bandai Namco.

Tags

Sephir

Συντάκτης από αρχαιοτάτων χρόνων, ο Γιώργος Δεμπεγιώτης διάβαζε τα reviews που έγραφε μοναχός του από την τρυφερή ηλικία των 12 ετών (δεν θέλετε να τα διαβάσετε), ενώ δεν περνά μέρα χωρίς να ασχοληθεί με το πολυαγαπημένο του PC. Λάτρης των action, shooter, adventure, κλασικών RPG’s, ενίοτε αθλητικών/racing παιχνιδιών και προτιμά (για τις gaming δραστηριότητες μιλάμε...) το μοναχικό παιχνίδι. Που και που ξεσπάει σε κανά multi (FPS κατά προτίμηση), αλλά δεν το παρακάνει κιόλας.

Related Articles

4 Comments

    1. Χμ, αν δεν σκοπεύεις να παίζεις τακτικά (ή έκτακτα) Arcade Mode για “χαλάρωση”, να ασχοληθείς μερικές ωρίτσες με το Libra of Souls ή να πλακώνεσαι online (έστω και αν τις τρως συνέχεια), δεν αξίζει το κόπο ούτε σε sale. Όσον αφορά τη campaign, ελπίζω να μην αναφέρεσαι μονάχα στο κομμάτι με ήρωα το Geralt, γιατί δεν θα σου πάρει πάνω από 30-45 λεπτά…

  1. Προσωπικά το αγαπημένο μου fighting. Εχει γράψει αμέτρητες ώρες το κοντέρ στα soul edge, broken destiny & soul calibur 3,4,5. Ειδικά στο creation mode έδινα ρέστα σε κάθε παιχνίδι

Leave a Reply

Follow on Feedly

Close
Close