
SCOTT WHISKERS – the Search for the Golden Cat
Η πρώτη περιπέτεια του Scott Whiskers, το Search for Mr. Fumbleclaw, ήταν ένα συμπαθέστατο adventure, το οποίο περιλάμβανε σχεδόν όλα τα (καλά και άσχημα) συστατικά μιας solo παραγωγής. Δεν έκανε κάτι πραγματικά λάθος, αλλά ούτε κατόρθωσε να εντυπωσιάσει σε κάποιον τομέα, συνθέτοντας ωστόσο μια ευχάριστη περιπέτεια για τους λάτρεις των adventures, εξαιτίας της «feel-good» διάθεσης που το διακατείχε. Ο δημιουργός Axel Friedrich είχε ήδη υποσχεθεί ότι οι περιπέτειες του «γατόφιλου» Scott θα συνεχίζονταν, ομολογουμένως όμως, δεν περιμέναμε ότι αυτό θα συμβεί τόσο σύντομα. Ενάμιση μόλις χρόνο μετά την κυκλοφορία του πρώτου παιχνιδιού, το sequel του, Scott Whiskers: The Search for the Golden Cat είναι γεγονός.
Η αλήθεια είναι ότι το σύντομο χρονικό διάστημα ανάμεσα στα δύο παιχνίδια, μου δημιούργησε κάποιους ενδοιασμούς ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Η ανάπτυξη ενός adventure είναι μια χρονοβόρα υπόθεση, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα (κατά μεγάλο ποσοστό) one-man project και σε συνδυασμό με το απλώς άνω του μετρίου αποτέλεσμα του Search for Mr. Fumbleclaw, περίμενα κάτι βιαστικό και σαφώς κατώτερο του πρώτου παιχνιδιού. Ο κύριος Friedrich όμως με διέψευσε, καθώς το The Search for the Golden Cat, όχι μόνο διορθώνει τα περισσότερα προβλήματα του πρώτου παιχνιδιού, αλλά αποτελεί ένα αξιοπρεπές adventure που αξίζει να ασχοληθεί κάποιος μαζί του, έστω και αν έχει ήδη ολοκληρώσει τα (κορυφαία) adventures που κυκλοφόρησαν φέτος.

Όμως, παρ’ όλες τις βελτιώσεις στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω, η αχίλλειος πτέρνα του Search for the Golden Cat, είναι το ίδιο το σενάριο του. Σίγουρα, το παιχνίδι επιζητά μια «family-friendly» και «feel-good» διάθεση, όπως ήδη γράψαμε παραπάνω, ωστόσο η αίσθηση μου είναι η υπόθεση του παιχνιδιού είναι γραμμένη περισσότερο ως ένας μοχλός υποστήριξης για να στηθεί μια σειρά από γρίφους, παρά ως κεντρικός πρωταγωνιστής της περιπέτειας. Η ιστορία ξεκινά πολύ απλά, με τον Scott να έχει κερδίσει ένα ταξίδι σε κάποιο χωριό της κεντρικής Αμερικής, ο οποίος το εκμεταλλεύεται για να περάσει μερικές ξένοιαστες ημέρες διακοπών. Οι διακοπές του όμως δεν θα είναι τόσο ανέμελες, καθώς το χωριό έχει σχεδόν ερημώσει τόσο από τους ντόπιους όσο και από τουρίστες.
Οι εναπομείναντες κάτοικοι δίνουν εξήγηση σε αυτό από την εξαφάνιση της Χρυσής Γάτας, ενός ιερού κειμήλιου, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, εξασφάλιζε την ευημερία στην περιοχή. Αρχικά, ο Scott δυσκολεύεται να πειστεί από τις δεισιδαιμονίες των κατοίκων, ωστόσο η περιέργειά του (και η αγάπη του προς τις γάτες φυσικά) για το τι έχει συμβεί, τον οδηγεί να ερευνήσει την υπόθεση και δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα. Πρακτικά, αυτό είναι όλο, με το παιχνίδι να μην προκαλεί ιδιαίτερες εκπλήξεις με την πλοκή του, η οποία κυλάει χωρίς εντάσεις. Θα λέγαμε ότι θυμίζει κάποιες παλιές ταινίες περιπέτειας, όπου γνωρίζαμε εκ των προτέρων την κατάληξή τους και τις παρακολουθούσαμε απλά για να δούμε πως θα εξελιχθούν. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο Search for the Golden Cat.

Εκεί που το sequel παρουσιάζει εμφανής βελτίωση, είναι στο τομέα των γρίφων. Όσοι είχατε παίξει το πρώτο παιχνίδι, θα είχατε διαπιστώσει το χαμηλό επίπεδο δυσκολίας και τη σχετική άνεση που μπορούσε κάποιος να φτάσει μέχρι το φινάλε. Εδώ τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Οι γρίφοι έχουν μελετηθεί περισσότερο στο σχεδιασμό τους και απαιτούν μεγαλύτερη σκέψη και υπομονή, ιδίως όταν η πλειονότητά τους είναι συνδυαστικοί, ενώ η αρκετά «ανοικτή» δομή του παιχνιδιού, ανεβάζει το δείκτη δυσκολίας. Το δε γεγονός ότι το παιχνίδι μας επιτρέπει να πάρουμε πολλά και διάφορα, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, αντικείμενα, πριν ακόμα μας παρουσιαστεί ο λόγος που θα τα χρειαστούμε, περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, με το inventory να γεμίζει αρκετά γρήγορα και τις πιθανές επιλογές μας να αυξάνονται.
Ωστόσο, το παιχνίδι προσπαθεί να βάλει μια τάξη σε όλο αυτό, καταγράφοντας τους εκάστοτε στόχους μας σε ένα journal, το οποίο όμως και αυτό γεμίζει με πληροφορίες εξίσου γρήγορα. Συνεπώς, προκειμένου να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στην πρόκληση, οφείλουμε να είμαστε αρκετά συγκεντρωμένοι και να γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι δεν είναι εφικτό να ολοκληρώσουμε όλα τα objectives με τη σειρά που καταγράφονται. Παραδείγματος χάρη, μερικά objectives μπορεί να καταγραφούν στο πρώτο chapter (από τα τρία που διαθέτει) και λύση να επιτυγχάνεται στο τελευταίο. Γενικά όμως, δεν είναι τόσο χαοτικό όσο ακούγεται, το Search for the Golden Cat είναι αρκετά βατό κατά μεγάλο ποσοστό, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να μας κάνει να «κολλήσουμε» για αρκετή ώρα, αν αφοσιωθούμε σε έναν γρίφο που οι συνθήκες δεν είναι ακόμα κατάλληλες για να επιλυθεί.

Όσον αφορά την υλοποίηση των γρίφων καθ’ αυτή, οι περισσότεροι κυμαίνονται στη σφαίρα της (adventureίστικης) λογικής, με αρκετή ποικιλία, αποτελούμενη κυρίως από inventory-based προκλήσεις (αν και υπάρχει και ένας μουσικός γρίφος), με δυο-τρεις περιπτώσεις όμως να θέλουν λίγο μεγαλύτερη φαντασία για να επιλυθούν. Ευτυχώς, αυτοί αποτελούν τη μειοψηφία και επ’ ουδενί δεν αποτελούν καταλυτικοί για την ποιότητά του ως adventure, ωστόσο μπορεί να δημιουργήσουν έναν ελαφρύ εκνευρισμό με την τακτική του «δοκιμάζω τα πάντα με τα πάντα», ελλείψει ενός ενσωματωμένου hint-system.
Το δεύτερο στοιχείο που εντοπίζεται θεαματική αλλαγή είναι οι διάλογοι του. Το πρώτο Scott Whiskers, το χαρακτήριζε μια ανεξήγητη φλυαρία, σε μια προσπάθεια να χωρέσει όσα περισσότερα αστεία μπορούσε, αλλά και να σκιαγραφήσει (κατά κάποιο τρόπο) τους εκάστοτε χαρακτήρες που συναντούσαμε. Στο Search for the Golden Cat, έχει γίνει πολύ καλύτερη δουλειά στη βελτιστοποίησή τους, χωρίς να χάνεται η αίσθηση του χιούμορ, ενώ υφίσταται ένας μηχανισμός που κάνει highlight τις αποκρίσεις στους διαλόγους που είναι «απαραίτητες» για την πλοκή του παιχνιδιού, αφήνοντας τις υπόλοιπες στην διακριτικότητα του παίκτη. Χωρίς να συμφωνώ με αυτή την τακτική (την είδαμε στο πρόσφατο remake του Syberia, αλλά και στην patchαρισμένη έκδοση του 3 Minutes to Midnight – αν και εκεί υπήρχε πολύ σοβαρότερος λόγος να συμπεριληφθεί!), η σχετική λακωνικότητα των διαλόγων, με οδήγησε στο να τους διαβάζω όλους, χωρίς να κουράζει, ακόμα και αν ο εκάστοτε χαρακτήρας δεν ήταν και το πιο ενδιαφέρον άτομο που θα μπορούσα να συναντήσω.

Όσον αφορά τον τομέα του χειρισμού, το Search for the Golden Cat περιλαμβάνει τα περισσότερα quality of life χαρακτηριστικά που επιζητά κανείς σε ένα σύγχρονο adventure, όπως (προαιρετικό) hot-spot indicator, γρήγορη μετάβαση από μια οθόνη σε άλλη με διπλό κλικ, χάρτη για άμεση μετάβαση και ούτω καθ’ εξής. Το μόνο περίεργο εξακολουθεί να είναι το σύστημα achievement, όπου για να τα κερδίσουμε όλα, αρκεί να τραβήξουμε μια φωτογραφία τους χαρακτήρες που συναντάμε, γεμίζοντας έτσι το inventory μας με περιττές καταχωρήσεις – ευτυχώς αυτή φορά δεν ενοχλούν και τόσο, γιατί ταξινομούνται μετά τα αντικείμενα που έχουν κάποια χρήση.
Στα του τεχνικού τομέα, το παιχνίδι δεν είναι state-of-the-art, αλλά παρουσιάζει μια πολύ καλύτερη εικόνα από τον προκάτοχό του. Ιδιαίτερα στις τοποθεσίες που θα επισκεφθούμε, οι οποίες δείχνουν αρκετά λεπτομερείς και με ζωντανά χρώματα, αλλά και στην απεικόνιση των χαρακτήρων (πέρα ίσως των πορτραίτων). Ωστόσο, πάσχει λίγο στο τομέα του animation, που αρκείται στο να δείξει τα απολύτως βασικά, πιθανώς απόρροια του σχετικά χαμηλού budget, το οποίο όμως δεν επηρέασε και τόσο το κομμάτι των φωνών, με το voice-over να βρίσκεται σε αξιοπρεπέστατο επίπεδο. Από την άλλη, το soundtrack θυμίζει λίγο παλαιότερες εποχές, όντας ένα αξιόλογο μεν συνοδευτικό μουσικό «χαλί», όπου υπό άλλες συνθήκες δε (αν κυκλοφορούσε στα 90’s δηλαδή), θα θύμιζε midi μελωδίες!

Εν κατακλείδι, το συμπέρασμα που βγαίνει από την ενασχόλησή μου με το Scott Whiskers: the Search for the Golden Cat, είναι ότι πρόκειται για μια βελτιωμένη εκδοχή του πρώτου παιχνιδιού, που, ξανά, δεν πρόκειται να συναρπάσει (ούτως ή άλλως, είχε πολύ δύσκολο έργο φέτος), αλλά παράλληλα δεν θα νοιώσει κάποιος ότι έχασε το χρόνο του μαζί του. Συνεπώς, δεν θα λέγαμε όχι και σε μια τρίτη περιπέτεια με τον Scott Whiskers, ίσως αυτή τη φορά με ένα πιο «ιντριγκαδόρικο» σενάριο.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 78%
78%
Meow again
Βελτιωμένο sequel του πρώτου παιχνιδιού, ένα συμπαθέστατο adventure που δε θα απογοητεύσει τους φίλους του είδους










