REVIEWS

THE PADRE

LEGO στο σκοτάδι και ο τρόμος έχει χάζι.

Από τους 3 βασικούς στυλοβάτες του είδους των survival horror (Alone in the Dark, Resident Evil, Silent Hill), μόνο το Resident Evil παραμένει ακμαίο – εκτός από κάποια στραβοπατήματα – ενώ οι άλλοι 2 εκπρόσωποι μας έχουν αφήσει προ πολλού. Ο μεν παππούς του είδους έσυρε μετά βίας το σαπισμένο σαρκίο του με το ατυχές Illumination, κι από την άλλη, η ξεχωριστή σειρά της Konami θάφτηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τα μεγάλα κεφάλια (ακύρωση του Silent Hills, το Downpour δεν πέρασε από την πλατφόρμα μας) που είδαν μεγαλύτερες προοπτικές κέρδους σε κουλοχέρηδες απ’ ότι σε games. Υπήρξαν κάποιες προσπάθειες με άρωμα Silent Hill όπως για παράδειγμα τα Lone Survivor, Claire, Alan Wake, The Cat Lady, Amnesia: A Machine for Pigs κ.α. αλλά από την πλευρά του AitD είχαμε λίγες απόπειρες εμπνευσμένες από αυτά, με πιο χαρακτηριστικά τα White Night και The Last Door.

Η μεγαλύτερη διαφορά του AitD σε σχέση με το RE ήταν η μεγαλύτερη έμφαση του παιχνιδιού στους γρίφους σε σχέση με τις μάχες και φυσικά η πιο υπερφυσική, σχεδόν lovecraftική προσέγγιση στο horror από την πιο science gone wrong της σειράς της Capcom. Το ιδιαίτερο αυτό μείγμα action-adventure φαίνεται να αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι της Shotgun with Glitters και μας παρουσιάζουν το The Padre, ένα παιχνίδι με δυνατές επιρροές από το πρώτο Alone in the Dark (σε σημεία αγγίζει επίπεδα ξεδιάντροπου tribute) και πασπαλισμένο με αναφορές και περιστασιακό χιούμορ.

Κάθε στοιχειωμένο σπίτι που σέβεται τον εαυτό του διαθέτει σκιές με δική τους βούληση.

Η ιστορία θα έλεγα πως είναι τυπική αλλά κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Η εκκλησία αναθέτει στον Alexander, έναν ιερέα (και ειδικό σε παραφυσικά φαινόμενα) να βρει τον καρδινάλιο Benedictus που αγνοείται, ενώ είχε σταλεί να εξαγνίσει μια έπαυλη με βαρύ παρελθόν, ξέρετε τώρα, οικογένεια που τρελάθηκε σταδιακά, ανίερα πειράματα σε ανθρώπους, αναζήτηση της αθανασίας κι άλλα τέτοια όμορφα πράγματα. Το παζλ του σεναρίου συμπληρώνεται σταδιακά από τη συλλογή γραμμάτων, ημερολογίων κλπ. καθώς και τους διαλόγους αλλά και τους μονολόγους του πρωταγωνιστή.

Αυτό που με εξέπληξε περισσότερο στο The Padre είναι πως μπορεί να παιχτεί πλήρως ως point ‘n click adventure. Αυτό ενισχύεται κι από το γεγονός ότι υπάρχει και το ανάλογο gameplay για να στηριχτεί σε αυτό τον τύπο χειρισμού (υπάρχει και η επιλογή για χρήση gamepad). Τόσο το inventory όσο και η συλλογή αντικειμένων δίνουν βροντερά το παρών και φυσικά αρκετά puzzles που λύνονται με την χρήση αυτών των αντικειμένων αλλά και κάποια που είναι περισσότερο λογικής και παρατηρητικότητας (ο μόνος σε αυτό το ύφος που δε μου άρεσε και μου έβγαλε λίγο το λάδι, ήταν εκείνος με τους κόμπους στο χαλί). Το μόνο πραγματικά που έλειπε ήταν ο συνδυασμός αντικειμένων μεταξύ τους. Γενικά οι γρίφοι του παιχνιδιού είναι λογικοί και οι περισσότεροι κυμαίνονται σε μέτριο επίπεδο. Ένα στοιχείο που μου άρεσε αρκετά ήταν πως κάποια puzzles είναι ολόκληρα δωμάτια και κρύβουν κάποιο κίνδυνο που εκδηλώνεται μετά από κάποιο χρόνο ή κάποια δική μας ενέργεια (hint: στις περιπτώσεις που επιτρέπει το παιχνίδι να δραπετεύσουμε, το δωμάτιο γίνεται reset, συνεπώς παρέχεται επιπλέον χρόνος να σκεφτούμε τι πρέπει να κάνουμε).

Δείγμα του inventory.

Οι αναμετρήσεις με τα διάφορα πλάσματα παίζουν δεύτερο βιολί στο The Padre. Οι εχθροί είναι αραιά τοποθετημένοι και επιπλέον μπορούν να αποφευχθούν ή αποτελούν περιβαλλοντικό κίνδυνο. Δεν υπάρχει μεγάλη ποικιλία από αυτούς αν και δεν είναι κάτι που με ενόχλησε. Την πλειοψηφία απαρτίζουν διάφοροι απέθαντοι, ενώ δεν απουσιάζουν φυσικά τα πνεύματα και οι eldritch μαρμάγκες. Η μάχη είναι clunky, βασική αλλά λειτουργική. Με το δεξί κλικ κρατημένο μπλοκάρουμε χτυπήματα, ενώ με το αριστερό πραγματοποιούμε επίθεση και όσο περισσότερο πατημένο έχουμε το πλήκτρο πριν το αφήσουμε, τόσο περισσότερη ζημιά κάνουμε. Κατά τη διάρκεια της περιπέτειας θα βρούμε και μερικά όπλα για μάχη εξ αποστάσεως. Δεν υπάρχει έννοια reloading, όλα τα πυρομαχικά χωράνε στο όπλο. Ο κέρσορας αλλάζει σε στόχαστρο που συρρικνώνεται όσο αγγίζει το τέρας και κατ’ αυτό τον τρόπο αυξάνεται η πιθανότητα για headshot/critical. Να αναφερθεί εδώ πως πέρα από τα πλάσματα που υπάρχουν ήδη μέσα στην έπαυλη, ξεφυτρώνουν και κάποια σε συγκεκριμένους χώρους, ανά τυχαία χρονικά διαστήματα. Αυτά εξαφανίζονται αν φύγουμε από το δωμάτιο, ενώ αν μείνουμε να πολεμήσουμε, ρίχνουν τις περισσότερες φορές ammo ή medicine (αντικείμενο που μας θεραπεύει), οπότε υπάρχει μια risk/reward αίσθηση σε αυτό το “random encounter” μηχανισμό.

Nope. Όταν τα όπλα αποτυγχάνουν, απαιτείται ψυχραιμία και σκέψη.

Σε αυτό το σημείο πλέον έχει γίνει αντιληπτό πως απόλυτα ασφαλείς δεν είμαστε. Η περιγραφή του παιχνιδιού στο Steam μπορεί να γράφει πως μετά από αρκετούς θανάτους έρχεται το game over, παραπέμποντας σε rogue-like καταστάσεις αλλά τελικά διαπίστωσα ότι τα πράγματα δεν είναι επ’ ουδενί τόσο τραγικά. Κάθε φορά που πεθαίνει ο Alexander, γεμίζει μία φιάλη με δάκρυα αγγέλων ενώ επανέρχεται σχεδόν άμεσα στο χώρο που συνέβη το μοιραίο. Αν αυτή η φιάλη γεμίσει (χοντρικά υπολογίζω ότι υπάρχει περιθώριο για 10 φορές περίπου), τότε εξαλείφεται η πρόοδος μας και ξεκινάμε από την αρχή. Μέσα στο παιχνίδι όμως μπορούμε να αδειάσουμε τη φιάλη με κάποιους τρόπους π.χ. με την προσευχή μπροστά σε ένα σταυρό στον τοίχο. Έτσι, πέρα από τα διστακτικά βήματα της πρώτη ώρας, ποτέ δεν ένιωσα πως υπάρχει κίνδυνος να πάει στράφι ο κόπος μου.

I kick ass for the Lord!

Στο The Padre έχουν υιοθετήσει μία voxel τεχνοτροπία στα γραφικά που τους δίνει μια τούβλινη LEGO γοητεία. Προσωπικά θεωρώ ότι ταιριάζει ιδανικά στο vibe. Όχι ότι θα με έβρισκε αντίθετο μια πιο παραδοσιακή 3d vector απεικόνιση, αλλά ο εικαστικός τομέας του παιχνιδιού μου έφερε στο νου low-fi horror παιχνίδια του πρώτου Playstation, που έβλεπες πράγματα και μορφές που δε μπορούσες να προσδιορίσεις πλήρως, και η φαντασία γέμιζε τα κενά. Pixel Voxel hunting δεν υπάρχει, και αυτό επειδή τα αντικείμενα στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι ευδιάκριτα μέσα στο περιβάλλον, το μόνο που μου πήρε λίγη ώρα να βρω ήταν ένα από τα θραύσματα, στο γρίφο με τους καθρέφτες, που αν και ήξερα ότι είναι εκεί, ήταν σχετικά κοντά σε κάποιο άλλο point of interest. Ο ήχος του παιχνιδιού επίσης ταιριάζει στη διάθεση που προσπαθεί να φτιάξει το παιχνίδι. Κυριαρχούν οι μελαγχολικές μελωδίες του πιάνου, ενώ δε λείπουν και τα αγχωτικά ηχοχρώματα. Τέλος, όλες οι ομιλίες στο παιχνίδι είναι ηχογραφημένες και υπάρχουν κι αρκετές στιγμές με μαύρο χιούμορ ή αναφορές στην ποπ κουλτούρα (τσεκάρετε reel).

Χαριτωμένο το σκυλάκι αλλά πως το ξεφορτωνόμαστε για να φτάσουμε τα κλειδιά;

Πέρα από κάποια λίγα συντακτικά λάθη, κάνα-δυο bugs (ένα μ’ ένα διπλό αντικείμενο κι ένα που με κάθε θάνατο εξαφανίζεται μέρος από τα πυρομαχικά όπλου που δεν έχουμε βρει από το inventory) και το χαρακτήρα που είναι ευαίσθητος στις κινήσεις του mouse κατά τη melee μάχη και τον κάνουν να κοιτάζει προς άλλη μεριά από αυτή που είναι ο εχθρός, δε μπορώ να πω ότι βρήκα κάποιο τραγικό σφάλμα στο σχεδιασμό του The Padre. Η μεγαλύτερη ίσως παγίδα στην οποία πέφτει είναι πως χαμένο κάπου μέσα στη ευφορία των επιρροών του, καβαλάει το άτι της ασφάλειας και του φόρου τιμής και πορεύεται στο ηλιοβασίλεμα. Από αντικείμενα μέχρι κάποια set pieces και χώρους, το The Padre αφήνει σε στιγμές το διακριτικό φλερτ και περνάει στο πέσιμο προς το τέκνο του Frédérick Raynal. Αυτό βέβαια αναλόγως αναμνήσεων κι ιδιοσυγκρασίας μπορεί να λογιστεί κι ως θετικό. Συνοψίζοντας, αν ψάχνετε ένα παιχνίδι με καλή ατμόσφαιρα, που να σας ιντριγκάρει με εξιχνίαση του μυστηρίου που πλανάται στην έπαυλη και θέλετε μια γεύση από τoν ιστορικό τίτλο της Infogrames αλλά χωρίς τις «ρυτίδες» που κουβαλάει, τότε το The Padre είναι η ιδανική συντροφιά για ένα-δύο βροχερά βράδια.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ - 70%

70%

Hell's raster bells

Μία τίμια προσπάθεια που με λιγότερη γραμμικότητα και περισσότερους γρίφους και περιεχόμενο θα μπορούσε να ξεφύγει από τη σκιά των επιρροών του.

Tags

Παναγιώτης Μητράκης

Τέκνο των 80's, ξεκίνησε τη gaming πορεία του με κερματορουφήχτρες και το κλασικό GameBoy. Συνέχισε με διάφορες άλλες πλατφόρμες κατά τα 90's (ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του κατέχει το SNES) και ήρθε σε επαφή με το PC gaming το 1998, με παιχνίδια σταθμούς όπως Half-Life και System Shock 2. Δε λέει όχι σε (σχεδόν) κανένα είδος αλλά δείχνει μια προτίμηση σε RPG και survival horror και προσπαθεί να μυήσει κι άλλους στη θρησκεία των Silent Hill, των S.T.A.L.K.E.R. και των δημιουργιών της Looking Glass και της Obsidian.E-mail | Steam profile

Related Articles

Leave a Reply

Back to top button
Follow on Feedly

Close
Close